Skip to main content

Υπάρχει μια στιγμή κάπου ανάμεσα στο γύρισμα της μίζας και στο πρώτο γλίστρημα των πίσω τροχών, που ο κινηματογράφος θυμάται ότι είναι ένα σώμα που κινείται μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Οι μεγάλες καταδιώξεις με αυτοκίνητα δεν είναι απλώς «δράση». Είναι η πιο καθαρή μορφή αφήγησης χωρίς διάλογο. Ένας χαρακτήρας που δεν μπορεί να πει την αλήθεια, την οδηγεί. Μια πόλη που δεν έχει πια μυστήριο, το ξαναβρίσκει μέσα από τις στροφές της. Κι ένα κοινό, κουρασμένο από υπερβολική πληροφορία, επιστρέφει σ’ ένα πρωτόγονο ένστικτο: τρέχα.

Στο κλασικό σινεμά, η καταδίωξη είχε την αυτοπεποίθηση μιας εποχής που πίστευε πως η ταχύτητα ισοδυναμεί με λύτρωση. Για χρόνια, αυτές οι σκηνές λειτουργούσαν ως υπόσχεση ελευθερίας. Όσο πιο γρήγορα έτρεχες, τόσο πιο κοντά φαινόταν η λύτρωση. Σήμερα, κάτι έχει αλλάξει. Για να καταλάβεις αυτή την αλλαγή, όμως, πρέπει να γυρίσεις πίσω. Στις σκηνές που έφτιαξαν το λεξιλόγιο. Στις καταδιώξεις που δεν έδειξαν απλώς πώς τρέχει ένα αυτοκίνητο, αλλά πώς σκέφτεται ο κινηματογράφος όταν επιταχύνει. Ένα σύγχρονο chase sequence, σαν αυτό που έβαλε ξανά φωτιά στη συζήτηση χάρη στον Paul Thomas Anderson, δεν μοιάζει πάντα με απόδραση. Μοιάζει με επανάληψη. Με εμμονή. Με κίνηση που δεν σε βγάζει από τον εαυτό σου, αλλά σε γυρίζει μέσα του, πιο γρήγορα.

Κι όμως, αν θες να καταλάβεις πώς φτάσαμε εδώ, δεν ξεκινάς από το σήμερα. Ξεκινάς από τις σκηνές που έφτιαξαν το λεξιλόγιο. Από το Bullitt που έδειξε πως ο ήχος του κινητήρα μπορεί να είναι μουσική, μέχρι το French Connection που έκανε το ρίσκο να φαίνεται ντοκιμαντερίστικο, μέχρι το Mad Max 2 που μετέτρεψε την καταδίωξη σε έναν ολόκληρο κόσμο ηθικής κατάρρευσης. Κι ανάμεσά τους, η κωμωδία, ο τρόμος, η pop υπερβολή, η synth-μελαγχολία. Ένα μικρό μουσείο επιτάχυνσης.

Ακολουθούν οι δέκα συν μία καταδιώξεις του αρχικού κειμένου αλλά όχι σαν λίστα των «καλύτερων». Σαν δέκα συν ένας διαφορετικούς τρόπους που ο κινηματογράφος σου λέει την ίδια φράση: κανείς δεν ξεφεύγει πραγματικά, απλώς αλλάζει λωρίδα.

Baby Driver (2017): Όταν ο ρυθμός παίρνει το τιμόνι

Στην πρώτη του καταδίωξη, ο Έντγκαρ Ράιτ, παίζει το αυτοκίνητο όπως θα έπαιζε κανείς ένα μουσικό όργανο: με ακρίβεια και τέμπο. Δεν είναι μόνο ότι η σκηνή «κουμπώνει» στο τραγούδι. Είναι ότι ο ρυθμός γίνεται κανόνας κυκλοφορίας. Fρένο-γκάζι-στροφή ως κρουστά, αλλαγή λωρίδας ως ρεφρέν. Αν και μοιάζουν αυθόρμητες, αυτές οι σκηνές βασίζονται σε αυστηρό σχεδιασμό. Κάθε κίνηση δοκιμάζεται, επαναλαμβάνεται και συγχρονίζεται, όπως σε μια χορογραφία, μέχρι να λειτουργήσει φυσικά στην οθόνη. Το Baby Driver κάνει κάτι ακόμη: σου θυμίζει πως η καταδίωξη δεν είναι μόνο «κυνηγητό». Είναι σχέση μεταξύ οδηγού και κάμερας. Εδώ, η κάμερα είναι ο DJ. Κι ο δρόμος, μια μίξη από υπομονή και έκρηξη.

Mission: Impossible – Dead Reckoning Part One (2023): Ο κίνδυνος με χιούμορ

Η Ρώμη είναι τόσο εντυπωσιακή που μια καταδίωξη κινδυνεύει να χάσει την έντασή της. Το Dead Reckoning το αντιμετωπίζει αυτό με χιούμορ: ένα μικρό Fiat, δύο άνθρωποι δεμένοι με χειροπέδες και ένα κυνηγητό που συνδυάζει κωμικές στιγμές με απόλυτη ακρίβεια. Αυτό που ξεχωρίζει στα παρασκήνια δεν είναι η κλίμακα, αλλά η επιμονή στο πρακτικό. Ο Τομ Κρουζ πραγματοποίησε μέρος των οδηγικών stunts με το χέρι του δεμένο στη συμπρωταγωνίστριά του, με σπινιαρίσματα και ελιγμούς στους δρόμους της πόλης. Το εύρημα του «λάθος αυτοκινήτου» λειτουργεί τελικά ως αισθητική δήλωση: η δράση μπορεί να είναι αγωνιώδης χωρίς να παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά σοβαρά.

The Blues Brothers (1980): Η πόλη στο τέμπο της καταστροφής

Στο The Blues Brothers η καταδίωξη λειτουργεί σαν μουσικό νούμερο χωρίς μουσική. Τα περιπολικά δεν αντιμετωπίζονται ως οχήματα, αλλά ως αντικείμενα που μπορούν να καταστραφούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Το αποτέλεσμα είναι ένα χάος που μοιάζει αυθόρμητο, αλλά βασίζεται σε μια ξεκάθαρη επιλογή: στα γυρίσματα διαλύθηκαν 104 αυτοκίνητα, γεγονός που έκανε τη σκηνή θρυλική. Αυτό δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Δείχνει πώς ο Τζον Λάντις προσεγγίζει την καταδίωξη: σαν κωμικό crescendo. Όσο πιο υπερβολική γίνεται, τόσο πιο σωστά λειτουργεί, γιατί η ταινία δεν επιδιώκει ρεαλισμό, αλλά ρυθμό.

Duel (1971): Η καταδίωξη ως ταινία τρόμου

Το Duel είναι η στιγμή που ο δρόμος γίνεται ψυχιατρική συνεδρία. O ήρωας οδηγεί, αλλά αυτό που πραγματικά τρέχει είναι η παράνοια του. Ο Σπίλμπεργκ παίρνει ένα απλό τηλεοπτικό concept και το μετατρέπει σε κάτι σχεδόν μυθικό. Ο οδηγός του φορτηγού μένει σχεδόν πάντα εκτός κάδρου, κι έτσι το ίδιο το φορτηγό λειτουργεί σαν απειλή. Το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε για την ABC ως Movie of the Week, με περιορισμένο χρόνο και μέσα, ενισχύει αυτή τη λιτή, ενστικτώδη προσέγγιση. Εδώ, η καταδίωξη δεν είναι απλώς μια σκηνή δράσης. Είναι ολόκληρη η ταινία. Και ίσως ο πιο καθαρός τρόπος να δεις τον πρώιμο Σπίλμπεργκ. Έναν σκηνοθέτη που καταλαβαίνει ότι ο φόβος γεννιέται όταν δεν σου εξηγούν τα πάντα.

Drive (2011): Η καταδίωξη σαν χαμηλόφωνο μυστικό

Η πρώτη μεγάλη φυγή στο Drive είναι σχεδόν αντι-καταδίωξη. Δεν βασίζεται σε διαρκή σύγκρουση, αλλά σε καμουφλάζ. Αλλαγές ρυθμού, χάσιμο μέσα στην κίνηση, ένα Λος Άντζελες που λειτουργεί σαν λαβύρινθος. Η ταινία δεν πιέζει ποτέ την ένταση περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Κρατά χαμηλό τόνο, σαν να ξέρει ότι αν υπερβάλει, θα χαθεί το μυστικό της. Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική απλότητα υπάρχει προσεκτικός σχεδιασμός. Η κινηματογράφηση δείχνει πόσο μελετημένα στήνονται τέτοιες σκηνές στο φως και στον χώρο, ακόμη κι όταν μοιάζουν απολύτως φυσικές.

Terminator 2: Judgment Day (1991): Ο ασταμάτητος διώκτης

Η καταδίωξη στο κανάλι αποστράγγισης του Λος Άντζελες είναι σχεδόν μυθολογική, κυρίως επειδή σε πείθει ότι βλέπεις κάτι που δεν έπρεπε να έχει γυριστεί έτσι. Ο T-1000 δεν οδηγεί σαν άνθρωπος, οδηγεί σαν αλγόριθμος. Δεν υπάρχει εκνευρισμός, μόνο στόχος. Κι εδώ το behind-the-scenes ενδιαφέρον είναι διπλό: αφενός, το sequence γυρίστηκε σε πραγματικές υποδομές/κανάλια της πόλης, αξιοποιώντας πρακτικά stunts και πολλαπλές τοποθεσίες ώστε να μοιάζει ενιαίο. Αφετέρου, αυτή η «μηχανική» αίσθηση περνάει στο σινεμά σαν φιλοσοφία: το κακό δεν είναι πια χαρακτήρας. Είναι λειτουργία.

GoldenEye (1995): Η υπερβολή ως στιλ

Ο Μποντ πάντα είχε καταδιώξεις. Λίγες όμως έχουν την παράλογη χαρά του τανκ στην Αγία Πετρούπολη. Αυτό που κάνει τη σκηνή να αντέχει δεν είναι μόνο το θέαμα, είναι η αίσθηση ότι η ταινία ξέρει ακριβώς πόσο γελοία είναι η ιδέα, και την αγαπά γι’ αυτό. Και πίσω από αυτή την pop εικόνα υπάρχει αυστηρός τεχνικός σχεδιασμός. Η καταδίωξη με το τανκ χρειάστηκε εβδομάδες γυρισμάτων, συνδυάζοντας λήψεις από την Αγία Πετρούπολη και πλατό/διάδρομο στο Leavesden, με τροποποιήσεις στο ίδιο το άρμα όπως αλλαγές στις ερπύστριες ώστε να μην καταστρέφονται οι δρόμοι. Η σκηνή μοιάζει «καταστροφική» όμως είναι προσεκτικά σχεδιασμένη.

Mad Max 2: The Road Warrior (1981): Μια καταδίωξη χωρίς κανόνες

Η τελική καταδίωξη του Road Warrior έχει μια βρωμιά που καμία ψηφιακή τελειότητα δεν αντικαθιστά. Δεν είναι απλώς «άγρια». Είναι ηθικά άγρια. Ο δρόμος δεν έχει νόμο, άρα το κυνηγητό γίνεται μικρογραφία πολιτισμικής κατάρρευσης. Εδώ η καταδίωξη δεν είναι απλώς σκηνή δράσης. Είναι κοσμοθεωρία. Ο Μίλερ μετατρέπει τον δρόμο σε πεδίο εξουσίας, όπου η βενζίνη έχει πολιτικό βάρος. Η καταδίωξη λειτουργεί σαν συμπύκνωση ολόκληρης της ταινίας — ωμή, επικίνδυνη, χειροποίητη.

The French Connection (1971): Ο ρεαλισμός του κινδύνου

Η καταδίωξη κάτω από τις υπερυψωμένες γραμμές του τρένου είναι η στιγμή που το αμερικανικό σινεμά αποφασίζει να μοιάσει με δρόμο. Ασταθές, απρόβλεπτο, βρώμικο. Ο Φρίντκιν κινηματογραφεί σαν να μην έχει δικαίωμα να βρίσκεται εκεί, κι αυτό ακριβώς κάνει τη σκηνή να πάλλεται.

Οι ιστορίες γύρω από τα γυρίσματα (και οι αναφορές σε «άδειες» και «διευκολύνσεις» που εξασφαλίστηκαν με ανορθόδοξους τρόπους) έχουν γίνει μέρος του μύθου του φιλμ. Το αφήγημα περί δωροδοκίας/«εισιτηρίου διαφυγής» έχει καταγραφεί επανειλημμένα σε αφιερώματα για το πώς στήθηκε η σκηνή. Αλλά πέρα από το κουτσομπολιό, η ουσία είναι κινηματογραφική. Η σκηνή μοιάζει επικίνδυνη επειδή είναι επικίνδυνη ή τουλάχιστον, επειδή η ταινία σε πείθει πως κανείς δεν είχε πλήρη έλεγχο.

Bullitt (1968): Το πρότυπο

Το Bullitt έγινε το σημείο αναφοράς για κάθε καταδίωξη που ακολούθησε. Δεν χρησιμοποιεί μουσική για να σε καθοδηγήσει, ούτε μοντάζ που σου υπαγορεύει τι να νιώσεις. Έχει δρόμο, ανηφόρες, αποστάσεις ανάμεσα στα αυτοκίνητα και την αίσθηση ότι οι μηχανές μιλούν από μόνες τους. Και πίσω από τον μύθο υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη πρακτική βάση. Τα αφιερώματα στα γυρίσματα αναδεικνύουν τη συμβολή κορυφαίων stuntmen, όπως ο Bud Ekins, τον συνδυασμό πραγματικής οδήγησης του Στιβ ΜακΚουίν με stunt driving στα πιο επικίνδυνα σημεία, καθώς και τη χρήση ειδικών camera cars για τα πλάνα υψηλής ταχύτητας. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς διασκεδαστικό. Είναι διδακτικό. Μετά το Bullitt, καταλαβαίνεις πότε μια καταδίωξη έχει χώρο, γεωγραφία και αλήθεια και πότε είναι απλώς μοντάζ.

Καταδίωξη Bonus

Ronin (1998): Ψυχρή τελειότητα

Το Ronin αναφέρεται συχνά χαμηλόφωνα όταν η συζήτηση φτάνει στις «σοβαρές» κινηματογραφικές καταδιώξεις. Όχι επειδή είναι πιο εντυπωσιακό, αλλά επειδή είναι πιο συνειδητό. Ο John Frankenheimer αντιμετωπίζει την ταχύτητα όχι ως θέαμα, αλλά ως δουλειά. Οι καταδιώξεις της ταινίας, ειδικά στο Παρίσι και τη Νίκαια, μοιάζουν με πραγματικές επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει μουσική να ανεβάσει τεχνητά την ένταση. Υπάρχουν ήχοι κινητήρα, αλλαγές ταχυτήτων και γρήγορες, συχνά ατελείς αποφάσεις. Τα αυτοκίνητα δεν παρουσιάζονται ως αντικείμενα θαυμασμού, αλλά ως εργαλεία — και οι οδηγοί κάνουν λάθη. Αυτό είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Οι σκηνές γυρίστηκαν σε πραγματικούς δρόμους, με κάμερες χαμηλά στο αυτοκίνητο, ώστε να νιώθεις ότι ο δρόμος σε πλησιάζει, όχι ότι τον ελέγχεις. Το Ronin δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Προσπαθεί να πείσει. Και το καταφέρνει.

stegi radio