Skip to main content

Είναι 3:47 τα ξημερώματα σε ένα διαμέρισμα χωρίς κουρτίνες. Κάποιος έχει αφήσει το ραδιόφωνο ανοιχτό, όχι για να ακούει αλλά για να μη σκέφτεται. Από τον δρόμο ανεβαίνει ο ήχος ενός λεωφορείου, μια σειρήνα, ένα ζευγάρι που τσακώνεται. Και κάπου ανάμεσα, μια φωνή μιλά σχεδόν ψιθυριστά, δεν τραγουδά, καταγράφει. Ο Lou Reed δεν έγραφε τραγούδια για στιγμές ευφορίας. Έγραφε για μετά. Για όταν τελειώνει το πάρτι, όταν το σώμα πονά, όταν η πόλη δεν είναι πια σκηνικό αλλά καθρέφτης. Στους δίσκους του, η βία είναι κουβέντα κουζίνας. Η απώλεια δεν κορυφώνεται, απλώς μένει στο δωμάτιο. Δεν είναι υπερβολή. Μόνο παρατήρηση. Και ίσως αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο. Ο Reed κοιτάζει την ανθρώπινη αδυναμία χωρίς μουσική υπόκρουση συμπόνιας. Την αφήνει να σταθεί γυμνή, κάτω από το φως νέον.

Αυτά τα δέκα τραγούδια δεν είναι «σκοτεινά» με την αισθητική έννοια. Είναι στιγμές όπου το rock ’n’ roll σταματά να διασκεδάζει και αρχίζει να θυμάται.

“Andy’s Chest” (Transformer, 1972)

Στο άλμπουμ που τον έκανε glam αντι-σταρ, ο Reed κρύβει μια ιστορία μεταμόρφωσης που μοιάζει βγαλμένη από σουρεαλιστικό εφιάλτη. Πίσω από την σχεδόν ποπ επιφάνεια, κάτι παραμορφώνεται. “If I could be anything in the world that flew / I would be a bat and come swooping after you.”
Αθώο; Όχι ακριβώς.

“Halloween Parade” (New York, 1989)

Μια γιορτή που καταλήγει σε κατάλογο απωλειών. Ο Reed περιγράφει την παρέλαση, αλλά στην πραγματικότητα μιλά για μια γενιά που χάθηκε από το AIDS. Δεν χρειάζεται να πει τη λέξη η σιωπή είναι αρκετή. “You won’t hear those voices again.” Η πόλη συνεχίζει. Οι άνθρωποι όχι.

“Call on Me” (The Raven, 2003)

Εμπνευσμένο από τον Πόε, θεατρικό μέχρι υπερβολής, σχεδόν άβολο. Ο Reed βυθίζεται στη λογοτεχνική σκοτεινιά χωρίς να νοιάζεται αν θα χάσει το κοινό του. Το αποτέλεσμα είναι ανησυχητικό και εσκεμμένα δύσπεπτο.

“Waves of Fear” (The Blue Mask, 1982)

Άγχος σε μορφή ροκ τραγουδιού. Οι κιθάρες του Reed και του Robert Quine σκίζουν τον αέρα, ενώ οι στίχοι μοιάζουν με εσωτερικό μονόλογο κρίσης πανικού. “I’m too afraid to use the phone…” Η παράνοια δεν είναι concept. Είναι εμπειρία.

“Paranoia Key of E” (Ecstasy, 2000)

Μπασογραμμή που γρυλίζει και στίχοι που ξεχύνονται σαν χείμαρρος. Ο Reed, στα 60 του, εξακολουθεί να πολεμά με τους ίδιους δαίμονες απλώς τους ονομάζει πιο καθαρά.

“Metal Machine Music Part 1” (Metal Machine Music, 1975)

Feedback. Θόρυβος. Καμία συγκατάβαση. Το Metal Machine Music παραμένει μια από τις πιο προκλητικές κινήσεις στην ιστορία του rock. Δεν είναι τραγούδι είναι ηχητική πρόκληση. Και εξακολουθεί να διχάζει.

“Sword of Damocles (Externally)” (Magic and Loss, 1992)

Ένα άλμπουμ-αντιμέτωπο με τον θάνατο. Ο Reed γράφει για τη χημειοθεραπεία, για το σώμα που προδίδει.
“To cure you they must kill you.” Το rock γίνεται χρονικό νοσοκομείου.

“The Bed” (Berlin, 1973)

Στο πιο τραγικό του έργο, ο Reed ψιθυρίζει πάνω από παγωμένες ενορχηστρώσεις. “And this is the place where she cut her wrists…” Δεν υπάρχει ειρωνεία εδώ. Μόνο θλίψη.

“The Blue Mask” (The Blue Mask, 1982)

Ωμό, αιχμηρό, σχεδόν σωματικό. Θέματα ενοχής, επιθυμίας και ντροπής ξεδιπλώνονται πάνω σε νευρικές κιθάρες. Είναι ο Reed χωρίς μάσκα και αυτό είναι το πιο τρομακτικό.

“Pumping Blood” (Lulu, 2011)

Η συνεργασία με τους Metallica στο Lulu ήταν ένα καλλιτεχνικό ρίσκο που δίχασε. Το “Pumping Blood” είναι χαοτικό, βίαιο, σχεδόν εξαντλητικό. “Blood in the foyer…” Δεν είναι απλώς σκοτεινό. Είναι ακραίο.

stegi radio