Η 17 Νοέμβρη δεν είναι μια ιστορία που χωράει εύκολα στην τηλεόραση. Κι όμως, το εγχείρημα του Αλέξη Παπαχελά στον ΣΚΑΪ προσπάθησε να κάνει ακριβώς αυτό. Να πάρει ένα από τα πιο σκοτεινά και σύνθετα κεφάλαια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και να το μετατρέψει σε τηλεοπτικό αφήγημα με τον τίτλο «ντοκιμαντέρ». Το αποτέλεσμα δεν ήταν κακό. Αλλά δεν ήταν αυτό που υποσχέθηκε. Απλωμένη σε πέντε επεισόδια, η σειρά ακολουθεί τη γνωστή διαδρομή της οργάνωσης, από τη γέννησή της μέχρι την εξάρθρωσή της, με βασικό εργαλείο τις συνεντεύξεις και την τηλεοπτική αφήγηση. Πρόσωπα μιλούν, αφηγούνται, εξηγούν. Όλα είναι εκεί. Και όμως, κάτι λείπει. Αυτό που παρακολουθήσαμε δεν ήταν ακριβώς ντοκιμαντέρ. Ή, πιο σωστά, δεν ήταν αυτό που σήμερα εννοούμε ως ντοκιμαντέρ.
Στο ντοκιμαντέρ το υλικό δεν παρατίθεται αλλά συντίθεται. Τα αποσπάσματα έχουν διάρκεια όσο χρειάζεται για να ανοίξουν ένα νόημα, όχι για να το εξαντλήσουν. Η εικόνα λειτουργεί αυτόνομα, όχι ως εικονογράφηση του λόγου. Η σιωπή έχει ρόλο. Η ένταση χτίζεται μέσα από ρυθμό και επιλογή, όχι μέσα από όγκο.
Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Οι συνεντεύξεις δεν είναι εργαλείο της αφήγησης είναι η ίδια η αφήγηση. Οι ερωταπαντήσεις κυριαρχούν. Τα αποσπάσματα απλώνονται. Ο θεατής δεν καλείται να δει αλλά να ακούσει. Και όσο περισσότερο ακούει, τόσο λιγότερο νιώθει ότι ανακαλύπτει κάτι.
Η σύγχρονη τηλεοπτική και streaming γλώσσα έχει αλλάξει τα δεδομένα και έχει βάλει τον πήχη ψηλά. Αφήγηση μέσω εικόνας, ρυθμός, αρχειακό υλικό που λειτουργεί δραματουργικά, σιωπές που λένε περισσότερα από τις λέξεις. Από τις ντοκιμαντερίστικες αφηγήσεις γύρω από την οικογένεια Rupert Murdoch μέχρι σειρές όπως το Succession και τις παραγωγές του Netflix, έχουν διαμορφώσει ένα κοινό που δεν αρκείται πια σε «καλοστημένες κουβέντες».
Αυτό δεν ακυρώνει τη δημοσιογραφική αξία του Αλέξη Παπαχελά. Αντιθέτως, την επιβεβαιώνει. Είναι ακριβώς αυτή η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του που κράτησε τον θεατή. Όμως η εμπιστοσύνη δεν αρκεί για να υποκαταστήσει τη φόρμα. Γιατί στο πραγματικό ντοκιμαντέρ η δύναμη δεν βρίσκεται σε αυτό που λέγεται, αλλά σε αυτό που αποκαλύπτεται χωρίς να ειπωθεί. Στη σύγκρουση εικόνας και λόγου. Στην οικονομία των αποσπασμάτων. Στην αίσθηση ότι κάτι ξεδιπλώνεται μπροστά σου, όχι ότι σου εξηγείται.
Οι μονολόγοι του Δημήτρη Κουφοντίνα είναι χαρακτηριστικοί. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δραματουργικοί πυρήνες, ως στιγμές έντασης που φωτίζουν κάτι βαθύτερο. Αντί γι’ αυτό δεν αποκαλύπτουν, επιβεβαιώνουν. Δεν ανοίγουν χώρο για περαιτέρω έρευνα, κλείνουν το νόημα. Και κάπου εκεί, η σειρά χάνει την απόσταση που χρειάζεται για να αποκτήσει βάθος. Γιατί η 17 Νοέμβρη δεν είναι απλώς μια αλληλουχία γεγονότων. Είναι ένα τραύμα. Και τα τραύματα δεν αφηγούνται εύκολα. Χρειάζονται χώρο. Σιωπές. Ρυθμό. Χρειάζονται μια μορφή που να αντέχει το βάρος τους.
Αυτό που τελικά παρακολουθήσαμε ήταν μια καλοφτιαγμένη, σοβαρή, δημοσιογραφικά αξιόπιστη τηλεοπτική αφήγηση. Αλλά όχι ένα έργο που επαναπροσδιορίζει την ιστορία της 17Ν ή που προσθέτει ουσιαστικά κάτι στη συλλογική της κατανόηση.
Αυτό που είδαμε ήταν μια σοβαρή, επιμελημένη, τηλεοπτική αφήγηση υψηλού επιπέδου. Αλλά δεν ήταν ντοκιμαντέρ. Ήταν ένα δυνατό, καθαρό, ειλικρινές talk show με ιστορικό βάθος.





