Ανακάλυψα τον Γιάννη Μπρούζο και το βιβλίο του «Τι πραγματικά αξίζει» χάρη στην ανάρτηση μιας φίλης που στα τέλη Σεπτεμβρίου «μοίρασε» στο προφίλ της στο facebook ένα ποστ του ίδιου. Σε αυτό το ποστ ο Γιάννης Μπρούζος εξηγούσε πώς γεννήθηκαν τα «24 γράμματα στον γιο μου» -όπως είναι ο υπότιτλος του βιβλίου- πώς άνοιξε τον προσωπικό του αγώνα με τους δύο καρκίνους του στη συλλογική αλληλεγγύη, πώς αποφάσισε να δώσει στο βιβλίο του τη ζωή ενός προσωπικού αλλά και ταυτόχρονα συλλογικού εργαλείου μάχης, για όλα όσα πιστεύει ότι αξίζουν στη Ζωή. Πέντε μήνες μετά ο Γιάννης συνεχίζει τον αγώνα του εναντίον της νόσου κι ο κόσμος έχει αγκαλιάσει το βιβλίο, συμμετέχοντας στις παρουσιάσεις και συζητώντας για το τι πραγματικά αξίζει σε αυτή τη ζωή.
Διαβάζοντας το κατάλαβα πόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία από τέτοιου είδους έργα. Πόσο χρήσιμο και γενναιόδωρο θα ήταν ο κάθε γονιός να μπορεί να εκφραστεί και γραπτώς προς το παιδί του, να μοιραστεί μαζί του όσα πιστεύει και νιώθει, να του δείξει μέσα από τις λέξεις την ομορφιά αλλά και τη δυσκολία της ζωής, όλα αυτά για τα οποία αξίζει να αγωνίζεσαι καθημερινά. Μάλιστα στη Μεγάλη Βρετανία πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Γράμματα στους γιους μας», σε επιμέλεια του David Graham, του ηθοποιού που υποδύθηκε τον πατέρα στο Adoloscence και ήταν ο ένας εκ των δύο σεναριογράφων της σειράς.

Ο Graham εξήγησε το σκεπτικό πίσω από το βιβλίο –μέρος των εσόδων του οποίου θα διατεθεί σε νεαρούς με προβλήματα ψυχικής υγείας. «Θέλουμε να ακούσουμε τις απόψεις ανδρών όλων των ηλικιών, πατέρων για πρώτη φορά, πατέρων που απουσιάζουν, πατέρων που ήταν παρόντες αλλά ποτέ δεν ήταν πραγματικά παρόντες, πατέρων που έχουν χάσει τα παιδιά τους και πατέρων που απλά θέλουν να βρουν έναν τρόπο να πουν «σ’ αγαπώ». Προφανώς, ο κάθε γονιός μπορεί να συζητήσει με το παιδί του αλλά η αξία του κειμένου έγκειται στο ότι σε αυτό μπορούμε να επιστρέψουμε ξανά και ξανά, ακόμη και όταν ο γονιός δεν θα υπάρχει πια ως φυσική παρουσία.
Κι αυτό θα συμβεί σε όλους μας, αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων, στην περίπτωση του Γιάννη Μπρούζου, η ασθένεια του δημιούργησε μια αίσθηση επείγοντος. Όμως, στην πραγματικότητα η αίσθηση του επείγοντος θα έπρεπε να μας αφορά όλους, κανείς δεν γνωρίζει πόση ζωή έχει μπροστά του. Κι ενώ όλα αυτά ακούγονται δυσοίωνα ο Μπρούζος έχει κατορθώσει να γράψει κείμενα που σφύζουν από ζωή, μέλλον, αγωνιστικότητα, χαρά και παράλληλα εντελώς απαλλαγμένα από την «τοξική θετικότητα» που σε υποχρεώνει να δηλώνεις πάντα καλά, λες και το να νιώθεις λυπημένος ή ακόμη και ηττημένος είναι κάποιου είδους ντροπή.

Τα 24 γράμματα χωρίζονται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη έχει τίτλο «Να συνδέεσαι και να μοιράζεσαι», η δεύτερη «Να μαθαίνεις και να δημιουργείς», η τρίτη «Να αντιστέκεσαι, να απολαμβάνεις, να αποδέχεσαι». Είμαι σχεδόν 47 χρονών, χωρίς παιδιά και διάβασα το βιβλίο σαν νεράκι, μέσα σε δύο ημέρες. Κατάλαβα ότι κι εγώ το χρειαζόμουν, ως ένα μάθημα διαρκούς υπενθύμισης για τις ανθρωπιστικές αξίες που μέσα στο παράλογα ανταγωνιστικό νεοφιλελεύθερο περιβάλλον που ζούμε καθημερινά έχουν παραγκωνιστεί, έχουν σχεδόν γίνει αόρατες. Μάθημα καθόλου διδακτικό, καθόλου με σηκωμένο το δάχτυλο. Ο Μπρούζος ξέρει ως εκπαιδευτικός ότι τίποτα δεν μπορούμε να μάθουμε στον άλλον μέσω της επιβολής ή με τον «μανδύα» της αυθεντίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της έλλειψης διδακτισμού είναι ότι αναφέρονται φράσεις ή επιτεύγματα σπουδαίων ανθρώπων που πρόσφεραν στην πορεία μας ως είδους αλλά χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους γιατί όπως εξηγεί ο Μπρούζος στον Στέλιο του, «στο λουλουδάκι του», δεν θέλει να του δώσει τις απαντήσεις, αλλά να του κινήσει την περιέργεια και να ψάξει εκείνος να βρει ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι.

Κατάλυση της εξουσιαστικής αυθεντίας είναι και ο τρόπος ο ίδιος ο Μπρούζος δίνει χώρο να ανθίσει το παιδί του μέσα στις σελίδες του βιβλίο του: «Ενώ μέσα στο βιβλίο υπάρχουν πολλές ιδέες και πολλές ιστορίες δικές μου, οι πιο σημαντικές τελικά μάλλον είναι οι δικές του. Γνωρίζετε καλύτερα λοιπόν ένα λουλουδάκι που ανθίζει και που ό,τι και να συμβεί με μένα, είμαι σίγουρος πως έχει πια όλη τη δύναμη να το αντιμετωπίσει και όλη την απαραίτητη αγκαλιά ανθρώπων γύρω του» και παραθέτει, μεταξύ άλλων, μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον Στέλιο: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τότε που γυρίζαμε από κάποια εκδρομή. Πρέπει να ήσουν μόλις 3 χρονών κι είχες περάσει υπέροχα. Αλλά με τη γλυκιά σου φωνούλα με ρώτησες: “Μπαμπά μου, εσύ πέρασες καλά;”. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σπουδαίο και συγκινητικό ήταν αυτό το νοιάξιμό σου για μένα. Να μείνεις πάντα τόσο ευαίσθητος και εν-συν-αισθαντικός με τους άλλους ανθρώπους».
Προσωπικά, όταν τελείωσα το βιβλίο σκέφτηκα ότι θέλω να το δωρίσω σε πολλούς αγαπημένους μου φίλους. Μαμάδες, μπαμπάδες, γιους, κόρες, εκπαιδευτικούς, ανθρώπους που αναζητούν να συνδεθούν ξανά με τον εαυτό τους, με τους άλλους, σε μια κοινωνία όχι κατακερματισμένη αλλά ουσιαστικά ενωμένη, δυνατή, χαρούμενη και αγωνιστική, μια κοινωνία που θα σέβεται τον άνθρωπο και θα αναζητά όσα πραγματικά αξίζουν στη ζωή.





