Skip to main content

Στην Ιρλανδία, μια δημόσια Αρχή τόλμησε κάτι που στην Ελλάδα θα θεωρούσαμε σχεδόν προσβολή. Eίπε στους γονείς να σταματήσουν να ανεβάζουν τα παιδιά τους στα social media. Η καμπάνια «Pause Before You Post», ένα μικρό κινηματογραφικό θρίλερ της καθημερινότητας, δείχνει μια οικογένεια σε εμπορικό κέντρο και άγνωστους να μιλούν στη μικρή κόρη σαν να την ξέρουν: το όνομά της, το σχολείο της, τα χόμπι της, τα γενέθλιά της. Όλα παρμένα από τις φωτογραφίες που ανέβαζαν οι ίδιοι οι γονείς «από αγάπη». Το μήνυμα ήταν καθαρό και θαρραλέο: Σταμάτα πριν ποστάρεις, δεν ξέρεις ποιος βλέπει.

Κι εκεί που η Ιρλανδία αποφάσισε να κοιτάξει τους γονείς κατάματα, η Ελλάδα συνεχίζει να κοιτάζει αλλού. Εδώ, το sharenting δεν είναι τάση. Είναι καθημερινότητα. Το timeline έχει γίνει ο παιδικός σταθμός της χώρας, από την πρώτη μέρα στο σχολείο έως το πρώτο κολύμπι, από τις σχολικές γιορτές έως τα αποκριάτικα, όλα δημόσια, όλα προς κατανάλωση, όλα μέρος ενός feed που δεν ανήκει στο παιδί αλλά το καθορίζει.

Και είναι ακριβώς αυτή η υπερέκθεση που ανοίγει την πίσω πόρτα για κάτι που στην Ελλάδα προτιμάμε να μην ονοματίζουμε: grooming. Όχι την απότομη, τρομακτική επίθεση που φαντάζεται ο κόσμος, αλλά την ήρεμη, μεθοδική διαδικασία όπου ένας ενήλικας χτίζει σχέση, εμπιστοσύνη και οικειότητα με ένα παιδί, χρησιμοποιώντας πληροφορίες που βρίσκει online. Το όνομά του, το σχολείο του, τα ενδιαφέροντά του, τον αθλητισμό που κάνει, τις φίλες του, όλη η «ψηφιακή ταυτότητα» που δημιουργούν οι γονείς, κομμάτι-κομμάτι, με κάθε post «για να το δουν οι φίλοι». Έτσι ξεκινά το grooming. Με δεδομένα που το παιδί δεν επέλεξε ποτέ να δημοσιοποιήσει.

Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα έχει νομοθεσία. Έχει GDPR, έχει τον Νόμο 4624/2019 που απαιτεί γονική συναίνεση για τη δημοσιοποίηση δεδομένων ανηλίκου. Έχει την Digital Services Act της ΕΕ, που επιβάλλει μέτρα στις πλατφόρμες για προστασία ανηλίκων. Έχει το υπό ανάπτυξη Kids Wallet για γονεϊκούς ελέγχους και ταυτοποίηση ηλικίας. Έχει ακόμη και τον Νόμο 4779/2021 που ζητά ειδικό χειρισμό επιβλαβούς περιεχομένου για παιδιά.

Το γεγονός ότι υπάρχει πλαίσιο προστασίας αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη μαζική, καθημερινή και ανεξέλεγκτη δημοσιοποίηση παιδιών στα social media, δείχνει δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι η πολιτεία και η νομοθεσία λειτουργούν περισσότερο ως «ασπίδα νομικής ευθύνης» παρά ως ενεργή ασπίδα προστασίας. Δεν τίθενται όρια στην κοινωνική κουλτούρα, δεν αμφισβητείται ο ρόλος του γονιού ως δημόσιου storyteller των παιδιών του. Και το άλλο είναι ότι η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει από νόμους, αλλά από συνείδηση. Από δημόσιο διάλογο. Από πίεση στην κουλτούρα του oversharing. Από καμπάνιες που, όπως η ιρλανδική, δεν κατηγορούν μεν, αλλά «ξυπνούν» τους γονείς.

Η αλήθεια είναι ότι καμία ελληνική Αρχή δεν τόλμησε να δημιουργήσει μια καμπάνια σαν την ιρλανδική. Όχι επειδή δεν υπάρχει ανάγκη, αλλά επειδή δεν υπάρχει πολιτικό θάρρος να ειπωθεί η απλή φράση: οι γονείς κάνουν λάθος. Στην Ελλάδα ο γονιός είναι αδιαμφισβήτητος. Οτιδήποτε τον ενοχλήσει, θεωρείται επίθεση στην οικογένεια, στην παράδοση, στο «δικαίωμά του να δείξει τη χαρά του». Έτσι, η συζήτηση για την ιδιωτικότητα των παιδιών θάβεται πριν καν ξεκινήσει, μέχρι να γίνει το κακό, μέχρι να υπάρξει περιστατικό grooming, μέχρι να γίνει πρωτοσέλιδο αυτό που μπορούσε να είχε προληφθεί.

Το ελληνικό κράτος κάνει πολιτική «εκ των υστέρων». Περιμένει ένα σκάνδαλο, ένα screenshot, μια καταγγελία, μια ψηφιακή κακοποίηση, και τότε τρέχει. Ποτέ πριν. Ποτέ προληπτικά. Είναι σαν να μας βολεύει να ξέρουμε τον κίνδυνο, αρκεί να μην χρειαστεί να αλλάξουμε συνήθειες.

Και μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει η πιο σκοτεινή αλήθεια. Στην Ελλάδα, η παιδική ιδιωτικότητα δεν θεωρείται δικαίωμα. Θεωρείται λεπτομέρεια. Το παιδί δεν ρωτήθηκε ποτέ αν θέλει να έχει ψηφιακό αρχείο από τριών χρονών, δεν ξέρει καν ότι έχει. Αλλά όταν θα μεγαλώσει και ψάξει τον εαυτό του online, θα βρει ένα παρελθόν που δεν διάλεξε, κι ένα κοινό που δεν προσκάλεσε.

Στην Ιρλανδία, μια δημόσια υπηρεσία τόλμησε να πει την αλήθεια: ότι η αγάπη δεν χρειάζεται κοινό, δεν χρειάζεται σχόλια, δεν χρειάζεται «να μας δουν». Στην Ελλάδα, η ίδια πρόταση θεωρείται ύποπτη. Προκλητική. Πολιτικά επικίνδυνη. Ο γονιός πρέπει να μείνει αλώβητος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι το παιδί μένει απροστάτευτο. Κι έτσι, μέσα σε μια χώρα που διαφημίζει την «ψηφιακή μετάβαση», η μεγαλύτερη ψηφιακή απειλή δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η αδυναμία μας να πούμε το πιο απλό: το παιδί δεν είναι περιεχόμενο. Δεν είναι story. Δεν είναι brand extension του γονιού. Είναι άνθρωπος με δικαιώματα, ακόμη κι αν δεν μπορεί να τα διεκδικήσει. Η Ιρλανδία είπε: Pause Before You Post. Η Ελλάδα συνεχίζει στο παλιό μοτίβο: Post first, think never. Και κάπως έτσι σε μια χώρα που μιλάει ασταμάτητα για «μέλλον» το μόνο που δεν προστατεύει πραγματικά, είναι αυτό που το μέλλον κουβαλά μέσα του: Τα παιδιά της.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.