Skip to main content

Βράδυ Σαββάτου. Η Αθήνα δεν κυκλοφορεί ξεχειλίζει. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ανθρώπους που κρατάνε ποτό σαν σωσίβιο και κοιτάνε γύρω τους με το βλέμμα του ναυαγού που ψάχνει επαφή. Τα μπαρ έχουν παραδοθεί. Μέσα δεν μπαίνει ούτε ιδέα. Έξω όμως γίνεται το πραγματικό παιχνίδι: φλερτ πεζοδρομίου. Έξω, στα πεζοδρόμια, γίνεται το παιχνίδι: μαζικό φλερτ σε κατάσταση ανάγκης. Δεν ψάχνεις άνθρωπο. Ψάχνεις απόδειξη ζωής.

Οι Millennials στέκονται σαν κακοπληρωμένοι δημόσιοι υπάλληλοι του έρωτα. Θέλουν, αλλά δεν το δείχνουν. Φοβούνται, αλλά το παίζουν χαλαροί. Έχουν πιει αρκετά για να πλησιάσουν, όχι αρκετά για να τολμήσουν. Το φλερτ τους είναι ένα αμήχανο power-point: λίγο χιούμορ, λίγο τραύμα, λίγο «κι εγώ ψυχοθεραπεία κάνω».
Θα πουν κάτι ειρωνικό, θα κοιτάξουν αλλού, θα ελπίσουν να τους ξανακοιτάξεις. Όλο αυτό καταλήγει σε ένα follow που δεν θα γίνει ποτέ μήνυμα. Ψηφιακό χάδι χωρίς θερμοκρασία. Το follow είναι η νέα αγκαλιά.

Η Generation Z κινείται σαν αγέλη με Wi-Fi. Δεν κοιτάζει, αξιολογεί. Καταγράφει. Δεν σε κοιτάει, σε σκανάρει. Αν δεν είσαι story-ready, έχεις τελειώσει πριν ξεκινήσεις. Το φλερτ τους κρατάει όσο ένα TikTok: αν δεν προκαλέσεις ντοπαμίνη, σε προσπερνάνε σαν διαφήμιση. Δεν νιώθουν αμηχανία. Νιώθουν πλήξη. Και η πλήξη είναι θανατηφόρα. Σε αφήνουν χωρίς λέξη, χωρίς βλέμμα, χωρίς ίχνος. Ghosting πριν καν μιλήσεις. Δεν είναι αγένεια, είναι ταχύτητα.

Οι 40+ κινούνται σαν παλιοί ανταποκριτές πολέμου. Έχουν δει σκηνές. Έχουν χάσει μάχες. Ξέρουν ότι ο δρόμος αυτός δεν βγάζει πάντα κάπου, αλλά κατεβαίνουν έτσι κι αλλιώς. Φλερτάρουν άμεσα, καθαρά, χωρίς emojis. Αν πετύχει, πέτυχε. Αν όχι, το ποτό πίνεται και μόνο του. Δεν ανεβάζουν story. Έχουν μνήμη. Δεν ζητούν τίποτα. Αυτό είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορείς να κάνεις σε μια πόλη γεμάτη ανάγκη: να μη χρειάζεσαι.

Και στη μέση όλων αυτών, η Αθήνα ιδρωμένη, μεθυσμένη και ανήσυχη, φλερτάρει ταυτόχρονα με όλους.
Σου κολλάει στον ώμο. Σου πατάει το παπούτσι. Σου ανακατεύει τη μουσική. Σε σπρώχνει να πλησιάσεις κάποιον που δεν θα πλησίαζες ποτέ νηφάλιος. Είναι μια πόλη που δεν σου δίνει χώρο, άρα σου παίρνει τις αναστολές. Και η Αθήνα αυτή η βρώμικη, πανέμορφη, κακοφωτισμένη ερωμένη, τρίβεται πάνω σου χωρίς να ρωτήσει. Σε σπρώχνει σε ανθρώπους που δεν διάλεξες. Σε αναγκάζει να αγγίξεις. Να μυρίσεις. Να ακούσεις ανάσες. Είναι μια πόλη που φλερτάρει επιθετικά, γιατί ξέρει ότι κανείς δεν θα την παντρευτεί.

Αυτό δεν είναι νυχτερινή ζωή. Είναι μαζικό ψυχολογικό πείραμα. Χιλιάδες άνθρωποι που διψάνε για επαφή, αλλά φοβούνται να τη ζητήσουν. Που φλερτάρουν όχι για να ερωτευτούν, αλλά για να αποδείξουν ότι ακόμα μπορούν. Κυριακή πρωί. Ξυπνάς με πονοκέφαλο, stories που δεν θυμάσαι, και ένα follow από κάποιον που δεν θα ξαναδείς ποτέ. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στον καφέ και την αυτοαπέχθεια, έρχεται η αποκάλυψη:

Στην Αθήνα δεν φλερτάρεις για να αγαπήσεις. Φλερτάρεις για να θυμηθείς ότι ακόμα υπάρχεις.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.