Skip to main content

Υπάρχει κάτι βαθιά άρρωστο σε μια χώρα που δεν φοβάται το αύριο, αλλά τρέμει το παρελθόν της. Όχι το παρελθόν όπως το ζήσαμε, αλλά όπως μπορεί να ειπωθεί. Πενήντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς. Είκοσι και κάτι χρόνια μετά τη διάλυση της 17 Νοέμβρη. Με τους δράστες στη φυλακή, τα όπλα σκουριασμένα και τα μανιφέστα θαμμένα σε αρχεία.

Και όμως. Μια κάμερα, μια καρέκλα, μια συνέντευξη είναι αρκετά για να προκαλέσουν κρατικό πανικό. Μια χώρα που άντεξε χρεοκοπίες, μνημόνια, πανδημίες, φωτιές, πλημμύρες, υποκλοπές και υπουργούς που μιλάνε σαν GPS με βλάβη, παθαίνει ταχυκαρδία μπροστά σε ένα ντοκιμαντέρ. Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ) τραβάει το καλώδιο του επερχόμενου ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ και του Αλέξη Παπαχελά με τίτλο «17 Νοέμβρη, άνοδος και πτώση». Η χρηματοδότηση ανακαλείται. Όχι γιατί το ντοκιμαντέρ υμνεί την τρομοκρατία. Όχι γιατί προπαγανδίζει βία.
Αλλά γιατί ο «λάθος άνθρωπος» μιλάει. Καλώς ήρθατε στη χώρα όπου η Δημοκρατία είναι θαρραλέα, μέχρι να ανοίξει το μικρόφωνο.

Ας το πούμε καθαρά, χωρίς προσχήματα και με όλα τα δόντια έξω. Δεν φοβόμαστε τη 17 Νοέμβρη.
Φοβόμαστε την αφήγησή της. Φοβόμαστε τι συμβαίνει όταν η Ιστορία παύει να είναι ευπρεπές PowerPoint και γίνεται χάος, αντιφάσεις, μαρτυρίες, πρόσωπα που δεν χωράνε στο σαλόνι της εθνικής μας αυτοεκτίμησης. Γιατί η Ιστορία, όταν δεν είναι επιμελημένη, είναι βρώμικη. Δεν έχει καλούς και κακούς σε καθαρές γραμμές. Έχει σιωπές. Συνενοχές. Ανεκπλήρωτες ευθύνες. Και αυτό δεν παίζεται σε prime time με κρατική σφραγίδα. Οπότε τι κάνουμε όταν φοβόμαστε να πούμε τη λέξη λογοκρισία; Τη λέμε «επαναξιολόγηση». Τη λέμε «ευαισθησία». Τη λέμε «θεσμική ευθύνη».

Γιατί λογοκρισία δεν είναι μόνο το ψαλίδι. Είναι και το «αυτό καλύτερα να μη χρηματοδοτηθεί». Είναι το «ας μην ακουστεί από κρατικό χρήμα». Είναι το «όχι εδώ, όχι τώρα, όχι έτσι». Και κάπως έτσι, η Δημοκρατία μετατρέπεται σε διαχειριστή αισθητικής άνεσης. Ο Κουφοντίνας δεν είναι επικίνδυνος επειδή μιλά. Είναι επικίνδυνος επειδή δεν βολεύει. Δεν μετανοεί, δεν εξηγεί για να κλείσει ο κύκλος, δεν παίζει τον ρόλο που έχουμε γράψει γι’ αυτόν. Και αυτό είναι ασυγχώρητο. Όχι το έγκλημα, η ασυμμόρφωτη αφήγηση.

Γιατί αν ακουστεί, μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Και αν σκεφτεί, μπορεί να ρωτήσει. Και αν ρωτήσει, μπορεί να καταλάβει ότι η Ιστορία δεν είναι ποτέ τόσο καθαρή όσο μας είπαν. Και αυτό, για ένα κράτος που θέλει να «έχει τελειώσει» με το παρελθόν, είναι επικίνδυνο. Γι’ αυτό κόβουμε. Όχι για να προστατεύσουμε τους πολίτες. Αλλά για να προστατεύσουμε το αφήγημα.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί τίποτα δεν κλείνει ποτέ πραγματικά σ’ αυτή τη χώρα. Γιατί όλα επιστρέφουν.
Γιατί τα φαντάσματα δεν φεύγουν. Ίσως γιατί δεν τα κοιτάξαμε ποτέ κατάματα. Μόνο χαμηλώναμε τον ήχο.

Και τώρα, πενήντα χρόνια μετά, η 17 Νοέμβρη δεν σκοτώνει πια ανθρώπους. Απλώς συνεχίζει να σκοτώνει την ψευδαίσθηση ότι αυτή η Δημοκρατία αντέχει να ακούσει τον εαυτό της.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.