Skip to main content

Υπάρχουν βιβλία που προδίδουν τον αναγνώστη τους. Όχι επειδή λένε πολλά, αλλά επειδή αποκαλύπτουν όσα εκείνος δεν καταλαβαίνει. Η Λολίτα ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Ένα μυθιστόρημα-παγίδα, γραμμένο με τέτοια γλωσσική ακρίβεια ώστε όποιος το διαβάσει λάθος, εκτίθεται. Και ίσως γι’ αυτό το όνομά της επανέρχεται τόσο συχνά στις πιο σκοτεινές παρεξηγήσεις της σύγχρονης κουλτούρας. Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ δεν έγραψε ποτέ ένα ερωτικό βιβλίο για παιδιά. Έγραψε ένα βιβλίο για τη διαστροφή της αφήγησης, για την αυτοεξαπάτηση, για το πώς η γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι. Ο αφηγητής του, ο Humbert Humbert, δεν είναι ήρωας ούτε αντι-ήρωας. Είναι ένα τέρας με άριστη σύνταξη. Και αυτό ακριβώς είναι το σκάνδαλο της Λολίτας. Όχι όσα κάνει, αλλά το πόσο επιδέξια προσπαθεί να τα δικαιολογήσει.

Η Λολίτα δεν διεγείρει, απογυμνώνει. Δεν προσκαλεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί, τον υποχρεώνει να αντέξει. Όσο πιο προσεκτικά τη διαβάζει κανείς, τόσο λιγότερο «σέξι» γίνεται. Η απόλαυση βρίσκεται στη γλώσσα και στη δομή, όχι στο αντικείμενο της επιθυμίας. Είναι πνευματική, όχι σωματική. Και γι’ αυτό το βιβλίο αυτό δεν συγχωρεί. Η σχέση του Τζέφρι Έπσταϊν με τη Λολίτα δεν είναι λογοτεχνική αλλά συμβολική. Ο Έπσταϊν επέδειξε δημόσια το ενδιαφέρον του για το βιβλίο: κατείχε πρώτες εκδόσεις, το είχε στο κομοδίνο του και το ανέφερε συχνά σε συνομιλίες και emails. Η Λολίτα, όμως, δεν είναι ερωτικό βιβλίο ούτε δικαιώνει τον αφηγητή της. Αντίθετα, αποδομεί και καταδικάζει τον παιδεραστή Humbert Humbert. Όταν ο Έπσταϊν επικαλείται το έργο, είτε δεν το έχει καταλάβει, είτε το χρησιμοποίησε ως πολιτιστικό άλλοθι. Η ειρωνεία είναι ότι το ίδιο το βιβλίο λειτουργεί ως καθρέφτης: όποιος το διαβάζει λάθος, εκτίθεται.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά κάθε επίκληση της Λολίτας από ανθρώπους με πραγματική ιστορία κακοποίησης όχι απλώς άστοχη, αλλά αποκαλυπτική. Δεν πρόκειται για ανάγνωση, αλλά για σκηνοθεσία. Σαν να πιστεύει κανείς ότι ένα μεγάλο μυθιστόρημα μπορεί να λειτουργήσει ως πιστοποιητικό καλλιέργειας, ακόμη κι όταν όλα τα υπόλοιπα δείχνουν το αντίθετο. Όμως η Λολίτα δεν προσφέρεται για τέτοιες χρήσεις. Δεν είναι βιβλίο-άλλοθι. Είναι βιβλίο-καθρέφτης. Και όποιος κοιτάζεται μέσα του χωρίς ειρωνεία, χωρίς αυτογνωσία, χωρίς την ικανότητα να αναγνωρίσει την ηθική του γελοιότητα, απλώς δεν το έχει καταλάβει. Ή, χειρότερα, το έχει καταλάβει και δεν τον ενοχλεί.

Το τέλος του μυθιστορήματος είναι αμείλικτο. Το παιδί μεγαλώνει, απομακρύνεται, παύει να είναι αντικείμενο. Η επιθυμία πεθαίνει όχι από τιμωρία, αλλά από χρόνο. Και ο αφηγητής, για πρώτη φορά, βλέπει τον εαυτό του χωρίς τη μεσολάβηση της γλώσσας. Αυτή είναι η πραγματική καταδίκη. Όχι η φυλακή, αλλά η συνείδηση.

Ίσως λοιπόν το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι κάποιοι διάβασαν τη Λολίτα λάθος. Είναι ότι τη διάβασαν σωστά και δεν τρόμαξαν. Γιατί αυτό το βιβλίο, αν λειτουργήσει όπως πρέπει, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Σε αναγκάζει να διαλέξεις πλευρά. Και δεν είναι με τον αφηγητή.