Skip to main content

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1973, στο Houston Astrodome, το τένις σταμάτησε να παίζεται μόνο μέσα στις γραμμές του γηπέδου. Η Billie Jean King μπήκε στο γήπεδο πάνω σε χρυσό φορείο, πλαισιωμένο από ροζ φτερά, σηκωμένη από τέσσερις ημίγυμνους αθλητές. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Bobby Riggs εμφανίστηκε με μοντέλα να τον συνοδεύουν στο κορτ. Σαμπάνιες άνοιγαν στις κερκίδες, μπάντες έπαιζαν, πλακάτ υψώνονταν. Το τένις φόρεσε τα ρούχα του θεάματος για να πει κάτι που, τότε, δεν ακουγόταν. Λίγο πριν από το πρώτο σερβίς, αντάλλαξαν δώρα. Εκείνη του πρόσφερε ένα μικρό καφέ γουρούνι το αιώνιο ειρωνικό σύμβολο του «σοβινιστή χοίρου». Εκείνος της έδωσε ένα τεράστιο γλειφιτζούρι με τη λέξη Sugar Daddy. Το γέλιο τελείωσε εκεί. Από εκεί και πέρα, όλα έγιναν σοβαρά.

Το 1973 δεν αμφισβητούνταν απλώς οι ικανότητες των γυναικών στον αθλητισμό. Αμφισβητούνταν η θέση τους στον δημόσιο χώρο. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αποκτήσουν πιστωτική κάρτα χωρίς ανδρική υπογραφή. Στα γήπεδα, έπαιζαν για λιγότερα χρήματα, λιγότερη προβολή, λιγότερη αναγνώριση. Ο Riggs, παλιός πρωταθλητής και αυτοανακηρυγμένος provocateur της εποχής του, το ήξερε. Δήλωνε ότι ο άντρας είναι ανώτερος, ότι οι γυναίκες δεν αντέχουν την πίεση, ότι μια νίκη του θα γύριζε το γυναικείο κίνημα είκοσι χρόνια πίσω. Δεν μιλούσε στο κενό. Μιλούσε σε μια κοινωνία κουρασμένη από σκάνδαλα, κρίσεις και κακά νέα, έτοιμη να καταναλώσει καραγκιοζιλίκι ως ψυχαγωγία.

Η King αρχικά αρνήθηκε να παίξει. Όταν όμως, λίγους μήνες νωρίτερα, ο Riggs είχε συντρίψει τη Margaret Court, η ήττα εκείνη διαβάστηκε ως απόδειξη. Και η απόδειξη, στην πολιτική, έχει βάρος. Η King κατάλαβε ότι η σιωπή θα λειτουργούσε υπέρ της ανισότητας. Το Battle of the Sexes έγινε μόλις έναν χρόνο μετά το Title IX, έναν νόμο που είχε κατοχυρώσει την ισότητα στα χαρτιά, αλλά όχι ακόμη στη συλλογική συνείδηση, και επέβαλε ίση χρηματοδότηση στον γυναικείο αθλητισμό στις ΗΠΑ. Το ερώτημα πλέον δεν ήταν θεωρητικό. Το ερώτημα ήταν αν η ισότητα μπορούσε να σταθεί και πολιτισμικά, μπροστά στα μάτια δεκάδων εκατομμυρίων.

Μέχρι εκείνη τη νύχτα, η Billie Jean King δεν ήταν απλώς η κορυφαία τενίστρια της εποχής της. Ήταν ήδη μια πολιτική και κοινωνική δύναμη που κινούσε πράγματα έξω από τις γραμμές του γηπέδου. Είχε συγκρουστεί με διοργανωτές, είχε πιέσει για ίσα έπαθλα, είχε συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία της Women’s Tennis Association. Ήξερε πώς λειτουργεί το σύστημα και τι κοστίζει να το αμφισβητείς. Ήξερε επίσης ότι εκείνο το βράδυ δεν είχε το δικαίωμα να χάσει, όχι γιατί θα πλήγωνε το εγώ της, αλλά γιατί μια ήττα θα νομιμοποιούσε την μπλόφα.

Κάπου στις πρώτες σειρές του Astrodome, σχεδόν αόρατη μέσα στο πλήθος, καθόταν και η Marilyn Barnett, γραμματέας της King και τότε σύντροφός της. Εκείνη τη νύχτα, η παρουσία της δεν σήμαινε τίποτα για το κοινό. Οκτώ χρόνια αργότερα, όμως, θα αποκτούσε εκρηκτική σημασία. Το 1981, μετά τον χωρισμό τους, η Barnett κατέθεσε αγωγή οικονομικής αποζημίωσης χωρίς γάμο (palimony), αποκαλύπτοντας δημόσια τη σχέση τους. Η υπόθεση απορρίφθηκε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μη αναστρέψιμο. Η King έγινε η πρώτη παγκοσμίως γνωστή αθλήτρια που βγήκε δημόσια για την ομοφυλοφιλία της, όχι από επιλογή, αλλά εξαναγκαστικά. Έχασε χορηγίες εκατομμυρίων και βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν δεύτερο, αόρατο αγώνα. Κοιτάζοντας πίσω, το 1973 η King δεν έπαιζε μόνο για την ισότητα των φύλων στο τένις. Έπαιζε, χωρίς να το ξέρει, και για το δικαίωμα να υπάρξει η ίδια σε έναν κόσμο που δεν ήταν έτοιμος να τη δεχτεί.

Αγωνιστικά, ο αγώνας αποδείχθηκε λιγότερο «μάχη φύλων» και περισσότερο σύγκρουση προετοιμασίας με αυταπάτη. Ο Riggs ήταν 55 ετών, με το σώμα και το νευρικό του σύστημα να τον προδίδουν· η King ήταν 29, στην κορυφή της ακμής της. Η ίδια πήρε στα σοβαρά κάτι που όλοι οι άλλοι αντιμετώπιζαν σαν αστείο. Τον έσπρωξε στις γωνίες, διέλυσε τα διάσημα lobs του, τον ανάγκασε να τρέχει μέχρι να μην έχει άλλο οξυγόνο. Το σκορ 6–4, 6–3, 6–3 ήταν καθαρό. Πάνω από 30.000 θεατές βρίσκονταν στις κερκίδες· περίπου 90 εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούσαν από τις οθόνες τους σε όλο τον κόσμο. Το μήνυμα ταξίδεψε γρηγορότερα από κάθε ανακοίνωση: δεν χρειάζεται σύγκριση για να υπάρξει σεβασμός.

Την ίδια χρονιά, το US Open έγινε το πρώτο Grand Slam με ίσα χρηματικά έπαθλα. Αργότερα, όλα τα Grand Slams ακολούθησαν. Όχι από καλοσύνη, αλλά επειδή το κόστος της άρνησης είχε αυξηθεί. Το τένις άρχισε να προβάλλεται ως υπόδειγμα ισότητας, όμως η πραγματικότητα παρέμεινε πιο σύνθετη. Η ισότητα δεν εξαντλείται στα νούμερα. Ζει στην προβολή, στη διοίκηση, στις ευκαιρίες μετάβασης από το γήπεδο στην εξουσία. Εκεί, τα κενά δεν έκλεισαν ποτέ πλήρως. Με τα χρόνια, η μορφή της ακτιβιστικής παρέμβασης άλλαξε. Από τις θεαματικές ρήξεις περάσαμε στις αίθουσες συνεδριάσεων. Η Venus Williams δεν χρειάστηκε φορείο ή γλειφιτζούρι για να διεκδικήσει ίσα έπαθλα στο Wimbledon. Χρειάστηκε επιμονή, λόγο και θεσμική πίεση. Ήταν μια νίκη λιγότερο τηλεοπτική, ίσως πιο ανθεκτική.

Στις 28 Δεκεμβρίου 2025, το Coca-Cola Arena στο Ντουμπάι φιλοξενεί το Battle of the Sexes: The Dubai Showdown, έναν αγώνα επίδεικης και όχι αγώνα με αγωνιστική κατάταξη, με την Αρίνα Σαμπαλένκα απέναντι στον Νικ Κύργιος. Η λάμψη είναι δεδομένη. Το ερώτημα είναι το νόημα. Το 1973, ο αγώνας υπήρχε επειδή η κοινωνία αμφισβητούσε ανοιχτά την ισότητα. Το 2025, κανείς δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η Σαμπαλένκα είναι κορυφαία αθλήτρια. Αν η σύγκριση παρουσιαστεί ξανά ως «άντρας εναντίον γυναίκας», κινδυνεύει να αναπαράγει αυτό που κάποτε προσπάθησε να ακυρώσει.

Υπάρχει, ωστόσο, κι άλλη δυνατότητα: να λειτουργήσει ως υπενθύμιση ότι η ισότητα δεν είναι τρόπαιο που κατακτήθηκε μια για πάντα, αλλά διαδικασία. Ότι οι ανισότητες μετακινούνται από το σκορ στη δομή και εκεί απαιτούνται νέες μάχες, λιγότερο θεαματικές, εξίσου ουσιαστικές. Η Billie Jean King δεν έπαιξε για να αποδείξει ότι οι γυναίκες μπορούν να νικήσουν τους άντρες. Έπαιξε για να αποδείξει ότι δεν χρειάζεται να τους νικήσουν για να αξίζουν. Αυτό είναι το μόνο μέτρο με το οποίο αξίζει να κριθεί κάθε σύγχρονη «Battle of the Sexes». Ό χι από τα εισιτήρια ή το θέαμα, αλλά από το αν θυμάται γιατί, κάποτε, έπρεπε να παιχτεί.