Skip to main content

Η τελευταία εβδομάδα του 2025 πέρασε αθόρυβα. Κανένα σκάνδαλο, καμία έκρηξη, κανένα γεγονός που να διεκδικεί τον τίτλο της «στιγμής». Κι αυτό, τελικά, ήταν το πιο τίμιο φινάλε που θα μπορούσε να έχει αυτή η χρονιά. Γιατί το 2025 δεν κατέρρευσε. Φθάρθηκε. Έλιωσε σιγά-σιγά, όπως λιώνει μια χώρα όταν μαθαίνει να ζει με τα ίδια προβλήματα και απλώς αλλάζει τον τόνο με τον οποίο τα περιγράφει. Η Ελλάδα μπήκε στις γιορτές κουρασμένη, αλλά όχι αφελής. Με μια ακρίβεια που δεν πήρε άδεια, με μια πολιτική που μίλησε πολύ και είπε ελάχιστα, με μια κοινωνία που έμαθε πια να ξεχωρίζει το «ελπίζω» από το «αποφασίζω».

Η πολιτική σε λειτουργία αυτόματου πιλότου, να μιλάει για το αύριο λες και δεν ευθύνεται για το σήμερα. Η οικονομία να σου κλείνει το μάτι και να σου παίρνει το πορτοφόλι ταυτόχρονα. Και η κοινωνία να πίνει τον καφέ της κοιτάζοντας το ταβάνι, με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει ότι κάτι πάει πολύ στραβά αλλά δεν έχει πια ενέργεια να ουρλιάξει. Κανείς δεν εξαγριώθηκε αρκετά. Κανείς δεν σοκαρίστηκε αρκετά.
Κι αυτό είναι το πραγματικό έγκλημα. Γιατί όταν σταματάς να θυμώνεις, δεν γίνεσαι σοφότερος. Γίνεσαι βολεμένος μέσα στη μιζέρια σου. Μαθαίνεις να ζεις με τη φθορά όπως μαθαίνεις να ζεις με την υγρασία στον τοίχο: δεν τη φτιάχνεις, απλώς μετακινείς τον καναπέ.

Και μετά έρχονται οι ευχές. Λες και έχουμε συννενοηθεί όλοι να κάνουμε φάρσα «Καλή Χρονιά». Το λες σε ανθρώπους που ξέρεις ότι δεν περνάνε καλά, για να μη χρειαστεί να μιλήσεις γι’ αυτό. Το λες για να κλείσει η συζήτηση. Το λες για να μη σκεφτείς. Γιατί αν σκεφτείς, πρέπει και να αποφασίσεις. Και η απόφαση πονάει περισσότερο από την απογοήτευση. «Καλή χρονιά», «με υγεία», «να είναι καλύτερη». Λέξεις φθαρμένες από υπερβολική χρήση, ειπωμένες με την ίδια ευκολία που πετάμε τα περιτυλίγματα στο τραπέζι μετά το γιορτινό τραπέζι. Αλλά καλή για ποιον; Και καλύτερη σε σχέση με τι; Γιατί αν κάτι μας έδειξε αυτή η τελευταία εβδομάδα του χρόνου, είναι ότι το ημερολόγιο αλλάζει χωρίς να ρωτάει — η πραγματικότητα όχι. Η χώρα δεν περιμένει πια θαύματα. Περιμένει κάτι πιο δύσκολο: ειλικρίνεια.

Το 2025 δεν μας άφησε άγνοια. Μας άφησε γνώση. Ξέρουμε πια τι δεν δουλεύει. Ξέρουμε ποιοι μιλάνε πολύ και ποιοι πληρώνουν το κόστος. Ξέρουμε ότι η κανονικότητα, όπως μας τη σέρβιραν, δεν ήταν στόχος αλλά παγίδα. Μας έδειξε τι δεν δουλεύει, ποιοι κοροϊδεύουν, ποιοι πληρώνουν, ποιοι μιλάνε πολύ και ποιοι απλώς αντέχουν. Και το χειρότερο; Το συνηθίσαμε. Βαφτίσαμε την εξάντληση «αντοχή», τη σιωπή «ωριμότητα», τη χαμηλή προσδοκία «ρεαλισμό». Κάναμε την κανονικότητα σημαία, ενώ ήταν το πρόβλημα από την αρχή. Ξέρουμε ότι η φράση «δεν γίνεται αλλιώς» δεν είναι ρεαλισμός, είναι παραίτηση με γραβάτα. Κι αυτό κάνει την Πρωτοχρονιά επικίνδυνη στιγμή. Όχι επειδή υπόσχεται νέο ξεκίνημα, αλλά επειδή δεν μας αφήνει πια να κρυφτούμε πίσω από το «δεν ξέραμε».

Το 2026 δεν έρχεται σαν λύση. Έρχεται σαν ερώτηση. Τώρα που ξέρουμε, τι θα κάνουμε; Θα συνεχίσουμε να βαφτίζουμε την αντοχή επιτυχία και την κόπωση ωριμότητα; Θα συνεχίσουμε να ζητάμε λιγότερα για να μη διαψευστούμε; Ή θα δεχτούμε επιτέλους ότι η αλλαγή δεν είναι συναίσθημα, είναι πράξη, και μάλιστα καθημερινή;

Αν το 2026 μοιάσει με το 2025, δεν θα φταίει η τύχη, ούτε οι συγκυρίες, ούτε «το σύστημα». Θα φταίει η επιλογή να μη σπάσουμε τίποτα, ούτε καν τις αυταπάτες μας. Η χρονιά τελείωσε. Η ανοχή τελείωσε. Και τώρα δεν έχει μουσική. Τώρα έχει ευθύνη.