Κάπου ανάμεσα στα φώτα της Συγγρού και στον καφέ που έχει κρυώσει στο ποτηροθήκη, το κράτος αποφάσισε να ανοίξει τα μάτια του. Και μαζί μ’ αυτά, άνοιξαν και οι κάμερες. Όχι για να μας κατασκοπεύσουν όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Αλλά για να καταγράψουν το πιο μακροχρόνιο εθνικό μας ναρκωτικό: την αίσθηση ότι τίποτα δεν μας αφορά μέχρι να σκοτώσει κάποιον άλλον. Δεν ήταν πολιτική απόφαση. Ήταν νευρικό τικ. Μια αργοπορημένη, σχεδόν μεταφυσική αντίδραση μιας πόλης που εδώ και δεκαετίες οδηγεί σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν το αύριο να είναι πρόβλημα κάποιου άλλου. Οι κάμερες λειτούργησαν και ξαφνικά η Αθήνα είδε τον εαυτό της όπως πραγματικά είναι: όχι μέσα από καθρέφτη αυτοκινήτου, αλλά μέσα από φακό. Ψυχρό. Άυπνο. Αμείλικτο.
Δύο χιλιάδες παραβάσεις σε τρεις μέρες. Όχι επειδή «δεν ήξεραν». Αλλά επειδή δεν τους ένοιαζε. Έδειξε παράνοια σε επανάληψη. Χιλιάδες παραβιάσεις μέσα σε ώρες, όχι επειδή δεν ξέραμε, όχι επειδή «έτυχε», αλλά επειδή έτσι οδηγούμε. Σαν να παίζουμε κορώνα-γράμματα τη ζωή των άλλων, με την άνεση αυτού που πιστεύει ότι πάντα θα του κάτσει γράμματα. Δεν οδηγούμε για να φτάσουμε, οδηγούμε για να αποδείξουμε. Τι; Κανείς δεν ξέρει. Ίσως ότι υπάρχουμε. Ίσως ότι δεν θα μας πει κανείς τι να κάνουμε. Ίσως ότι αν πεθάνουμε, θα πεθάνουμε θεαματικά.
Και ξαφνικά, μπαμ: κάμερες. Ένα ψυχρό, άυπνο μάτι που δεν συγκινείται από δικαιολογίες, δεν πίνει τσίπουρα, δεν κάνει τα στραβά μάτια επειδή «βιαζόμουν, ρε φίλε». Η κάμερα δεν διαπραγματεύεται. Καταγράφει. Και τότε ξεκίνησε το πανηγύρι:
«Μας παρακολουθούν!»
«Δικτατορία!»
«Εισπρακτικό μέτρο!»
Σαν να ανακάλυψε ξαφνικά ο serial killer ότι υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα.
Αλλά η αλήθεια είναι πιο άβολη και γι’ αυτό μας θυμώνει: οι κάμερες δεν έφεραν τη βία. Την αποκάλυψαν. Δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά μας, την κατέγραψαν χωρίς φίλτρο. Και γι’ αυτό πονάνε. Όχι το πρόστιμο. Η απόδειξη. Γιατί κάθε κλήση που φτάνει δεν λέει απλώς «παραβίασες τον ΚΟΚ». Λέει κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: σήμερα δεν σκότωσες κανέναν, απλώς καταγράφηκες πριν το κάνεις.
Όσοι πήραν κλήση ας μην παριστάνουν τα θύματα. Είναι τυχεροί. Γιατί το sms λέει ότι η παράνοιά τους σταμάτησεστη κλήση και όχι στο φορείο. Σε άλλες χώρες αυτό λέγεται πολιτισμός. Εδώ το βαφτίζουμε καταστολή, γιατί έχουμε μάθει να συγχέουμε την ελευθερία με την ασυδοσία.
Οι κάμερες πρέπει να μείνουν. Να απλωθούν. Να γίνουν τόσο πολλές που να μην υπάρχει πια σκοτεινή γωνία για τον εσωτερικό μας ψυχοπαθή που θέλει να αποδείξει κάτι με 140 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη. Γιατί αν τις ξηλώσουμε, αν τις χαλαρώσουμε, αν τις βαφτίσουμε υπερβολή, τότε ας το πούμε καθαρά και χωρίς υποκρισία: επιλέγουμε συνειδητά να συνεχίσουμε να σκοτωνόμαστε.
Και τότε, μην το πείτε ατύχημα. Πείτε το σωστά. Επιλογή.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





