Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν υπήρξε απλώς μια σταρ. Υπήρξε σύμπτωμα, πρόκληση και καθρέφτης της μεταπολεμικής Γαλλίας. Μια φιγούρα που κατάφερε να ενσαρκώσει ταυτόχρονα την ελευθερία και την αντίφαση, τη χειραφέτηση και την αδιαλλαξία, το σώμα ως πεδίο απελευθέρωσης και τη δημόσια σφαίρα ως πεδίο σύγκρουσης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η Μπαρντό έγινε το πρόσωπο της Μαριάν, του εθνικού συμβόλου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ήταν μια σχεδόν ειρωνική κορύφωση: η γυναίκα που είχε σοκάρει τη χώρα με τη φυσικότητα της σεξουαλικότητάς της, μετατράπηκε σε επίσημο έμβλημα του κράτους. Λίγο νωρίτερα, σε τηλεοπτικό σόου, είχε εμφανιστεί σχεδόν γυμνή, τυλιγμένη με τη γαλλική σημαία, μετατρέποντας τον εθνικό ύμνο σε ποπ θέαμα. Η Γαλλία άλλαζε και εκείνη έμοιαζε να προηγείται πάντα μισό βήμα.

Η έκρηξη ήρθε το 1956 με το Και ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα, σε σκηνοθεσία του τότε συζύγου της Ροζέ Βαντίμ. Η Μπαρντό δεν «υποδύθηκε» τη σεξουαλικότητα, την απελευθέρωσε. Δεν ήταν μοιραία γυναίκα με την κλασική έννοια, αλλά μια παρουσία ανεπιτήδευτη, σχεδόν αθώα μέσα στην πρόκλησή της. Όπως θα γραφτεί αργότερα, ήταν σαν να άνοιξαν απότομα τα παράθυρα της γαλλικής κοινωνίας και να μπήκε φως, ήλιος και αμηχανία.

Δεν άργησε να γίνει αντικείμενο εμμονής όχι μόνο του κοινού αλλά και των διανοουμένων. Η Μαργκερίτ Ντυράς την ανακήρυξε «βασίλισσα», ενώ η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε για το «σύνδρομο Λολίτα», ελπίζοντας πως η Μπαρντό θα ωριμάσει χωρίς να αλλοιωθεί. Ήταν ήδη σαφές πως δεν επρόκειτο για μια ακόμη όμορφη ηθοποιό, αλλά για πολιτισμικό γεγονός. Παρά την εμμονή με το σώμα της, η καριέρα της δεν περιορίστηκε σε ρόλους βιτρίνας. Οι επιτυχίες της ήταν συχνά κωμωδίες, όπου ανέτρεπε το στερεότυπο της «χαζής ξανθιάς» με παιχνιδιάρικη ειρωνεία. Παράλληλα, απέδειξε το δραματικό της βάθος στο Η Αλήθεια του Ανρί-Ζορζ Κλουζό και στο Η Περιφρόνηση του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Εκεί, η Μπαρντό δεν ήταν απλώς σώμα, ήταν υπαρξιακή κόπωση, σιωπή, απόσυρση. Σαν να προανήγγελλε την πραγματική της φυγή.
Τη δεκαετία του ’60 η Μπαρντό έγινε και ποπ φωνή: τραγούδησε, συνεργάστηκε με τον Σερζ Γκενσμπούρ, ενσάρκωσε μια χαλαρή, ειρωνική, σχεδόν αδιάφορη στάση απέναντι στη φήμη. Παρά τη φήμη της ως τολμηρής, αρνήθηκε την κυκλοφορία του «Je t’aime… moi non plus» στη δική της εκδοχή μια σπάνια στιγμή αυτοσυγκράτησης που λέει περισσότερα απ’ όσα δείχνει.

Και ύστερα, το 1973, σταμάτησε. Οριστικά. Πριν κλείσει τα 40, εγκατέλειψε το σινεμά χωρίς επιστροφή. Η αφορμή ήταν ένα περιστατικό σχεδόν συμβολικό: ένα κατσικάκι στα γυρίσματα, προορισμένο για σφαγή. Η Μπαρντό το αγόρασε, το έσωσε και, όπως είπε αργότερα, κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια να «παίζει» ενώ ο κόσμος κακοποιούσε τα ζώα. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή της έγινε μονοθεματική: αγώνας για τα δικαιώματα των ζώων, ίδρυση του Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό, απόσυρση στο Σεν-Τροπέ, αποκοπή από τον λαμπερό κόσμο που η ίδια είχε δημιουργήσει.

Με τα χρόνια, όμως, η εικόνα σκοτείνιασε. Η ίδια αδιαλλαξία που χαρακτήριζε τη φιλοζωική της δράση μεταφέρθηκε και στην πολιτική της σκέψη. Η Μπαρντό δεν πίστεψε ποτέ στη σύνθεση, στον διάλογο, στην πολυπλοκότητα. Είδε τον κόσμο ως μάχη καθαρών και μολυσμένων. Δηλώσεις υπέρ της άκρας δεξιάς, καταδίκες για υποκίνηση μίσους, δημόσιες παρεμβάσεις που προκαλούσαν σοκ σε όσους την είχαν ταυτίσει με την απελευθέρωση και την πρόοδο. Έγινε μια από τις πρώτες πραγματικά «προβληματικές» σταρ της σύγχρονης εποχής: αδύνατο να την αποθεώσεις χωρίς αστερίσκους, αδύνατο να την ακυρώσεις χωρίς να παραγνωρίσεις την ιστορική της σημασία. Η στήριξή της σε ακραίους πολιτικούς χώρους, οι καταδίκες για υποκίνηση μίσους, οι δημόσιες τοποθετήσεις χωρίς φίλτρο δεν ήταν «παρεκτροπές». Ήταν η λογική κατάληξη μιας ζωής χωρίς όρια. Η Μπαρντό έγινε το παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν η προσωπική ελευθερία αποσυνδέεται πλήρως από την κοινωνική ευθύνη.

Και όμως εδώ βρίσκεται η πραγματική της σημασία. Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν είναι μύθος προς αποκατάσταση ούτε τέρας προς ακύρωση. Είναι μάθημα. Έδειξε πόσο εύκολα η χειραφέτηση μπορεί να γίνει αδιαλλαξία. Πόσο γρήγορα η άρνηση των ρόλων μπορεί να μετατραπεί σε άρνηση της ίδιας της κοινωνίας. Δεν άλλαξε ποτέ. Δεν ζήτησε συγγνώμη. Δεν «διόρθωσε» την εικόνα της για την Ιστορία. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο ενοχλητική. Όχι γιατί έκανε λάθη, αλλά γιατί τα έκανε δημόσια, με πλήρη επίγνωση και χωρίς μετάνοια. Έζησε όπως ήθελε, με εμμονές, με σκληρότητα, με μια παράξενη αίσθηση αυτάρκειας. Όπως είχε ελπίσει κάποτε η ντε Μποβουάρ, ωρίμασε, αλλά δεν μεταμορφώθηκε σε κάτι ακίνδυνο.
Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν ήταν ποτέ εύκολη. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει αδύνατο να μιλήσεις για τη σύγχρονη Γαλλία χωρίς να περάσεις, έστω για λίγο, από τη σκιά της. Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν ήταν η Γαλλία.
Ήταν το ρήγμα της. Και τα ρήγματα, όσο κι αν προσπαθείς να τα καλύψεις, είναι αυτά από όπου φαίνεται το μέλλον.





