Μέσα στην ένταση και την υπερκινητικότητα του Marty Supreme, υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν απροσδιόριστη δόνηση που δεν προέρχεται από κάμερα, φωτισμό ή ηθοποιό. Είναι η μουσική του Daniel Lopatin, κρυμμένη σαν υπόγειο ρεύμα κάτω από το φιλμ, τόσο διακριτική που μπορείς να δεις ολόκληρη την ταινία και να θυμάσαι μόνο τις εικόνες. Κι όμως, όταν ακούσεις μόνο τη μουσική , καταλαβαίνεις ότι ήταν παντού. Όχι ως συνοδευτικό στοιχείο, αλλά σαν μια δεύτερη, σκοτεινότερη αφήγηση που εκτυλισσόταν παράλληλα, αλλά ποτέ μπροστά στα μάτια σου. Όπως συμβαίνει συχνά με τα έργα του Lopatin, αυτό που σε πρώτο επίπεδο μοιάζει με soundtrack λειτουργεί τελικά ως ένας τρόπος να κατανοήσεις έναν χαρακτήρα, μια εποχή, μια ανησυχία που δεν καταγράφεται σε διάλογο αλλά σε κραδασμούς.
Ο Lopatin είναι ένας από τους λίγους μουσικούς που μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι βρίσκονται ταυτόχρονα στο στούντιο και μέσα στο μυαλό του ήρωα. Το πέτυχε στο Uncut Gems, το επαναλαμβάνει τώρα στο Marty Supreme, αλλά με τρόπο πιο εσωστρεφή, σχεδόν υπνωτικό. Η πρόσφατη προσωπική του δουλειά, το Tranquilizer, έμοιαζε σαν μια προσπάθεια να οργανώσει το χάος της προηγούμενης δεκαετίας του, να βαδίζει σε έναν διάδρομο από συνθεσάιζερ που χτυπούν σαν καρδιακοί παλμοί, να επιτρέπει στα μοτίβα να επανέρχονται όχι σαν επαναλήψεις αλλά σαν εμμονές. Στο Marty Supreme, αυτή η γλώσσα αποκτά δομή. Ξαφνικά ο θόρυβος έχει προορισμό, τα θραύσματα συνδέονται, οι μετατοπίσεις αποκτούν σημασία που υπερβαίνει το αισθητικό.
Ίσως επειδή ο ίδιος ο Lopatin, μιλώντας για την ταινία, δεν κρύβει ότι είδε στον Marty ένα είδους καλλιτεχνικού alter ego. Έναν άνθρωπο που αρνείται να “πουλήσει” αυτό που πιστεύει, μέχρι που αναγκάζεται να διαπραγματευτεί με συστήματα που δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια του. Είναι μια ιστορία παλιά όσο και η τέχνη, αλλά σήμερα αποκτά ένα μαύρο χιούμορ. Ο κόσμος στον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει μια υγιής μεσαία τάξη μουσικών έχει εξαφανιστεί, διαλυμένος από streams, αλγορίθμους και την αποθέωση του “περιεχομένου” έναντι της δημιουργίας. Ο Lopatin δεν το λέει ευθέως, αλλά το υπονοεί με την ίδια επιμονή με την οποία επιστρέφουν τα arpeggios του. Ο χώρος στον οποίο βρίσκει καταφύγιο δεν είναι πλέον η δισκογραφία αλλά το σινεμά, ένας πλανήτης που ζητά από τον συνθέτη να αφηγηθεί κάτι συγκεκριμένο, αλλά του δίνει και τη δυνατότητα να πληρωθεί το χρόνο και την επιμονή του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κινηματογραφική μουσική είναι μια εύκολη λύση. Αντίθετα, απαιτεί από τον συνθέτη να παραδοθεί στο βλέμμα ενός άλλου δημιουργού και να χαθεί μέσα στην αφήγησή του. Όμως στην περίπτωση του Lopatin και των αδερφών Safdie, αυτός ο συμβιβασμός μοιάζει περισσότερο με συνεργασία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που καταλαβαίνουν ο ένας τις νευρώσεις του άλλου. Η εικόνα δεν πνίγει τον ήχο, ο ήχος δεν εξηγεί την εικόνα. Κι αυτό δημιουργεί μια σπάνια ισορροπία. Τη στιγμή που η ταινία εκρήγνυται, η μουσική δεν προσπαθεί να την ανταγωνιστεί· μένει κάπου στο βάθος, σαν παλμός που διατηρεί ζωντανό το σώμα του φιλμικού κόσμου.
Συνειδητοποιείς ότι η στροφή του Lopatin προς την κινηματογραφική μουσική δεν είναι τυχαία. Aντανακλά μια εποχή όπου ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες μορφές εργασίας πέρα από τη δισκογραφία. Ο Johnny Greenwood έγινε συνθέτης επειδή η φυσική εξέλιξη της μουσικής του το έσπρωξε εκεί, αλλά και επειδή η οικονομία της δισκογραφίας δεν είχε πια χώρο για κάποιον με τέτοια ιδιοσυγκρασία. Ο Lopatin βρίσκεται στο ίδιο σημείο, αλλά αντί να παρουσιάζει μια μοιρολατρική διάθεση, μετατρέπει αυτή την πραγματικότητα σε δημιουργικό μονοπάτι. Δεν γράφει μουσική για να γεμίσει χώρους, αλλά για να διαμορφώσει χώρους που δεν υπήρχαν πριν.
Κι έτσι, όταν ακούς το Marty Supreme αποκομμένο από την ταινία, το παράδοξο αποκαλύπτεται. Η μουσική του λειτουργεί σαν μια ήρεμη ανακατάληψη ενός είδους που άλλοτε ανήκε σε συμφωνικές ορχήστρες και τώρα, χάρη σε δημιουργούς όπως ο Lopatin, θυμίζει περισσότερο cybernetic όνειρο παρά παραδοσιακό film score. Οι ήχοι δεν επιδιώκουν να “χρωματίσουν” σκηνές, ούτε να μιμηθούν συναισθήματα. Αντίθετα, δίνουν βάθος σε μια ιστορία που κυριαρχείται από συναισθηματική παραμόρφωση, ηχητική γεωμετρία και μια αίσθηση πως ο πρωταγωνιστής τρέχει μέσα σε έναν λαβύρινθο των δικών του επινοήσεων.
Το πιο παράξενο είναι πως, τελικά, η μουσική αυτή θυμίζει τα ίδια τα έργα της εποχής μας. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως τέχνη, ως σχόλιο και ως επιβίωση. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό της επίτευγμα. Ότι σε έναν κόσμο που αδιάκοπα εξομαλύνει τα πάντα, ο Lopatin καταφέρνει να διατηρήσει μια ιδιόρρυθμη, προσωπική φωνή, μια φωνή που ακούγεται καλύτερα όταν δεν την κοιτάς, αλλά την αφήνεις να σε βρει πίσω από τις εικόνες. Στο τέλος, το soundtrack του Marty Supreme είναι μια υπενθύμιση ότι η μουσική δεν χρειάζεται να βρίσκεται στο προσκήνιο για να κυριαρχήσει. Αρκεί να συνεχίζει να δονείται εκεί κάτω, σαν μυστική υποδομή που κρατά ενωμένη μια ταινία, μια καριέρα και έναν ολόκληρο τρόπο ύπαρξης.





