Υπάρχει μια ειρωνεία στο γεγονός ότι ο Σαίξπηρ, ο συγγραφέας που έζησε μισή χιλιετία πριν, εξακολουθεί να είναι από τους πιο κινηματογραφικούς storytellers του 21ου αιώνα. Ίσως επειδή οι ιστορίες του δεν ήταν ποτέ «λογοτεχνία» με την αυστηρή έννοια. Ήταν πάντα δράμα, σώμα, ρυθμός, σύγκρουση. Σαν να γράφτηκαν εξαρχής για κάμερα και μοντάζ. Ο κινηματογράφος, από τα πρώτα του βήματα, βρήκε στον Σαίξπηρ κάτι σαν ανεξάντλητο ορυχείο. Από τα πατριωτικά έπη του Λόρενς Ολιβιέ στον Β’ Παγκόσμιο μέχρι το πυρετικό beach-noir του Μπαζ Λούρμαν στα 90s, οι σκηνοθέτες επιστρέφουν ξανά και ξανά στα κείμενα του Σαίξπηρ, όχι για να τα «μεταφέρουν», αλλά για να τα επαναδιατυπώσουν με τους δικούς τους φόβους, εμμονές και οράματα. Οι δέκα αυτές ταινίες δεν αποδεικνύουν απλώς τη διαχρονικότητα του Σαίξπηρ. Αποδεικνύουν ότι τα έργα του λειτουργούν σαν ευέλικτος μηχανισμός με τον οποίο κάθε εποχή επανεξετάζει τον εαυτό της. Τον φόβο της εξουσίας, τη ματαιότητα της φιλοδοξίας, τη φαιδρότητα του έρωτα και τις σκιές της βίας. Η κάμερα, με όλους τους αιώνες τεχνολογίας που τη χωρίζουν από τη σκηνή των Oscars, συνεχίζει να επιστρέφει στον Σαίξπηρ όχι από νοσταλγία, αλλά από ανάγκη. Παρακάτω δείτε δέκα κινηματογραφικές μεταφορές που δεν αναπαράγουν απλώς το έργο, αλλά το αναδημιουργούν.
Ο Θρόνος του Αίματος (1957) – Ακίρα Κουροσάβα
Ο Κουροσάβα δεν απλώς τοποθετεί τον «Μάκβεθ» στην Ιαπωνία: τον αποδομεί μέχρι το κόκαλο και τον επανασυνθέτει σαν αρχαία τελετουργία. Ο Toshiro Mifune χτίζει έναν ήρωα που μοιάζει παγιδευμένος στο ίδιο του το σώμα, καθώς η ομίχλη κυριολεκτικά πυκνώνει όσο σκοτεινιάζει η συνείδησή του. Ένα έργο που αποδεικνύει ότι το σαιξπηρικό σύμπαν είναι πιο παγκόσμιο από κάθε εθνικότητα.
Φάλσταφ: Οι Καμπάνες του Μεσονυκτίου (1965) – Όρσον Γουελς
Το προσωπικό «μεγάλο έργο» του Γουελς. Εδώ ο Φάλσταφ δεν είναι κωμική ανάσα αλλά τραγικό κέντρο βάρους. Χωρίς να ακολουθεί κατά γράμμα κανένα συγκεκριμένο έργο, ο Γουελς ενώνει fragmenta σε ένα πορτρέτο για τη φιλία, την προδοσία και τη φθορά. Η μάχη του Shrewsbury παραμένει μια από τις πιο ωμές κινηματογραφικές αναπαραστάσεις του χάους.
Άμλετ (1948) – Λόρενς Ολιβιέ
Η πιο «βασιλική» απόφαση του Ολιβιέ ήταν να γυρίσει τον Άμλετ σαν όνειρο που θέλει να γίνει εφιάλτης. Το ασπρόμαυρο φωτογραφίζει μια Δανία παγωμένη, σαν ψυχική κατάσταση. Η ερμηνεία του, σχεδόν υπνωτιστική, μετατρέπει την παράνοια σε εσωτερικό μονόλογο που γίνεται εικόνα.
Romeo + Juliet (1996) – Μπαζ Λούρμαν
Η ταινία που έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά ότι ο Σαίξπηρ μπορεί να είναι επιθετικός, ροκ, υπερβολικός. Ο Λούρμαν δεν αλλάζει το κείμενο, αλλάζει το περιβάλλον. Και ξαφνικά η βεντέτα των Καπουλέτων και Μοντέγων γίνεται σαν gang war από MTV fever dream. Ο ΝτιΚάπριο και η Ντέινς πείθουν ότι ο έρωτας είναι πράγματι υπόθεση εφήβων.
Πολύ Κακό για το Τίποτα (1993) – Κένεθ Μπράνα
Η πιο χαρούμενη σαιξπηρική μεταφορά στην οθόνη. Ο Μπράνα και η Τόμπσον μετατρέπουν το λεκτικό ξιφασκείν του Μπενεντίκ και της Βεατρίκης σε ένα είδος κινηματογραφικού φλερτ που δεν έχει χάσει τίποτα από τη φρεσκάδα του. Ο ήλιος της Τοσκάνης, οι ανοικτές αυλές, η μουσικότητα του κειμένου όλα συγχρονίζονται.
Ερρίκος ο 5ος (1989) – Κένεθ Μπράνα
Αν η εκδοχή του Ολιβιέ ήταν προπαγάνδα, η εκδοχή του Μπράνα είναι κάθοδος στην κόλαση. Λάσπη, αίμα, βροχή, άνθρωποι που τρέμουν πριν τη μάχη. Η ομιλία «St. Crispin’s Day» δεν ακούγεται πια ηρωική, αλλά σαν κραυγή κάποιου που απλώς προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν θα πεθάνει σήμερα.
Ριχάρδος ο 3ος (1995) – Ρίτσαρντ Λονκρέιν/ Ίαν ΜακΚέλεν
Μια Ευρώπη των ’30s που δεν υπήρξε, αλλά θα μπορούσε να είχε υπάρξει. Ο ΜακΚέλεν παίζει τον Ριχάρδο σαν πολιτικό δαίμονα που έχει μάθει να χαμογελάει για να τρομάζει περισσότερο. Το ολοκληρωτικό αισθητικό σύμπαν — στολές, άρματα, μεγαλοπρεπείς αίθουσες — κάνει το έργο να μοιάζει ανησυχητικά σύγχρονο.
Άμλετ (2009) – Γκρέγκορι Ντόραν / Ντέιβιντ Τέναντ
Ο Τέναντ δίνει έναν Άμλετ σχεδόν διαλυμένο από την υπερέκθεση. Ένας πρίγκιπας της εποχής της παρακολούθησης και της δημόσιας εικόνας. Η τηλεοπτική μεταφορά της RSC πιάνει κάτι που έλειπε από τις κλασικές εκδοχές: ότι ο Άμλετ είναι ένα παιδί παγιδευμένο στο δικό του timeline.
10 Πράγματα που Μισώ σ`Εσένα (1999) – Gil Junger
Μπορεί να μοιάζει «ελαφρύ», αλλά είναι ακριβώς η απόδειξη του πόσο ευέλικτος είναι ο Σαίξπηρ. Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι μεταφέρεται στο αμερικανικό λύκειο και ξαφνικά το έργο γίνεται ανατομία της ταυτότητας και του φύλου σε μεταμοντέρνο περιβάλλον. Ο Χιθ Λέτζερ χαρίζει μια από τις πιο ζεστές, αστείες και αληθινές διασκευές του Πάτροκλου, έστω κι αν το όνομα είναι Verona.
Ran (1985) – Ακίρα Κουροσάβα
Το δεύτερο αριστούργημα του Κουροσάβα πάνω στον Σαίξπηρ, αυτή τη φορά Ο Βασιλιάς Ληρ μετατραπεί σε έπος για την ανθρώπινη ύβρη. Τα χρώματα του Ran — κόκκινο, κίτρινο, μπλε — είναι σαν σύμβολα αρχέγονης βίας. Ο γερασμένος δαίμονας που μοιράζει εξουσία στα παιδιά του βρίσκει εδώ μια οθόνη αντάξιά του.





