Skip to main content

Υπήρξε πάντα κάτι το σχεδόν μυθικό στον τρόπο που ο David Bowie περπατούσε μέσα στον κόσμο. Όχι σαν άνθρωπος που άλλαζε περσόνες, αλλά σαν περσόνα που επιτρέπει στον άνθρωπο να ανασαίνει πίσω από αυτές. Στα τελευταία του χρόνια, όμως, η αντιστροφή ήταν πλήρης. Δεν υπήρχε πια ο Ziggy, ο Thin White Duke, ο Major Tom. Υπήρχε μόνο ο άντρας που κατέβαινε τις σκάλες του στούντιο αργά, με μια προσεκτική επίγνωση του χρόνου. Κι όμως, στα τελευταία του χρόνια, εκείνα τα χρόνια που ζούσε ήρεμα στο Μανχάταν άφαντος αλλά απολύτως παρών, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ο Bowie στάθηκε για πρώτη φορά απέναντι στον εαυτό του, χωρίς τη μάσκα, χωρίς το glamour, χωρίς το φως της σκηνής. Η διαδρομή από τον σταρ των μεταμορφώσεων στον άντρα που γνώριζε πως ο χρόνος του τελείωνε δεν ήταν θεαματική. Ήταν σιωπηλή, προσεκτική, σχεδόν τελετουργική. Κάτι που ο ίδιος φρόντισε να παραμείνει εντελώς κρυφό όχι από έπαρση, αλλά από ανάγκη. Η ιδιωτικότητα, για εκείνον, ήταν το τελευταίο είδος ελευθερίας που μπορούσε να ελέγξει.

Κι όμως, σχεδόν κανείς δεν γνώριζε την αλήθεια. Μόνο μερικοί συνεργάτες, στους οποίους ο Bowie άφηνε διστακτικά ένα παράθυρο. Όταν είπε στον σκηνοθέτη Johan Renck: «Πρέπει να σου πω κάτι. Είμαι πολύ άρρωστος και πιθανότατα θα πεθάνω», δεν υπήρχε ίχνος συναισθηματικής φόρτισης. Ήταν περισσότερο μια δήλωση υλικού, σαν να μιλούσε για μια κάμερα που δεν λειτουργεί καλά, ή για ένα πλάνο που χρειάζεται διόρθωση.

Περιήγηση στον εαυτό του

Το πρωινό στο V&A το 2013, όταν περπάτησε μόνος μέσα στην έκθεση David Bowie Is, ήταν η πρώτη φορά που κοιτούσε τα ίχνη της ζωής του σαν ξένος. Το μπλε κοστούμι του Life on Mars, οι στίχοι διάσπαρτοι πίσω από το γυαλί, η αρχιτεκτονική των μεταμορφώσεων, μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ μνήμης και παρόντος. Οι επιμελητές μιλούν για μια βαθιά συγκίνηση, όχι από νοσταλγία, αλλά από την παράξενη συνύπαρξη παρελθόντος και παρόντος. Ο Bowie περιφερόταν ανάμεσα στις εκδοχές του σαν επισκέπτης σε ένα μουσείο φτιαγμένο από το ίδιο του το DNA. Κανείς, ούτε εκείνο το πρωινό ούτε αργότερα, δεν θα φανταζόταν πως ο χρόνος είχε ήδη αρχίσει να συρρικνώνεται.

Το απόλυτο μυστικό

Οι τελευταίοι μήνες του Bowie υπήρξαν ένα αριστούργημα διακριτικότητας. Όχι μόνο γιατί οι κοντινοί του άνθρωποι σιώπησαν μέχρι τέλους, αλλά γιατί ο ίδιος δημιούργησε έναν στενό κύκλο εργασίας που λειτουργούσε σαν καταφύγιο. Μουσικοί που δεν γνώριζαν την αλήθεια, συνεργάτες που δούλευαν μαζί του χωρίς να βλέπουν την κατάρρευση πίσω από τις κουρτίνες, παραγωγοί που κατέγραφαν τη φωνή του χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο λίγο χρόνο είχε αφήσει για να τη χρησιμοποιήσει. Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι ο Bowie δεν αποσύρθηκε ποτέ, απλώς έγινε αόρατος. Αντί να αποσυρθεί, όπως είχε κάνει μετά την καρδιακή περιπέτεια του 2004, επιτάχυνε. Η βιασύνη του δεν ήταν φόβος, ήταν επιλογή. Δεν είχε διάθεση για επεξηγήσεις, μόνο για έργο.

Η τελευταία συνεργασία με τον θάνατο

Όταν αποφάσισε να φτιάξει το Blackstar, δεν κυνηγούσε μια αποχαιρετιστήρια χειρονομία. Αναζητούσε μια νέα γλώσσα. Το κείμενο, η μουσική, η σκηνοθεσία των video δεν έχουν την αισθητική της παραίτησης. Έχουν την ενέργεια ανθρώπου που ζητά να επανεφεύρει τον εαυτό του για τελευταία φορά, λίγο πριν το σώμα προδώσει το μυαλό. Ο σκηνοθέτης Johan Renck έχει περιγράψει τη στιγμή που ο Bowie τού είπε: «Δεν ξέρω αν θα είμαι ζωντανός όταν θα πρέπει να γυρίσουμε το επόμενο πλάνο». Δεν ήταν μια παραδοχή φόβου. Ήταν μια διαπίστωση, μια ψυχρή, σχεδόν φιλοσοφική αποδοχή. Σε μια πρόβα, αφού παρακολούθησε σιωπηλά μία ακόμη εκδοχή της παράστασης, του ζήτησαν αν θέλει κάτι ακόμη. Εκείνος χαμογέλασε αμυδρά:
«Νομίζω πως θα ήθελα να τραγουδήσω.» Και τραγούδησε. Για τελευταία φορά σε δημόσιο χώρο.«Ο θάνατος πρέπει να είναι ο τρίτος συνεργάτης», πρόσθεσε. Και ήταν. Σαν πρόσωπο, σαν υφή, σαν σκιά, σαν αφηγητής.

Το τέλος χωρίς θεαματικότητα

Στο Lazarus, το θεατρικό που έγραψε με τον Enda Walsh, ο Bowie δεν ζητούσε λύτρωση. Ζητούσε αφήγηση. Έφτιαξε έναν χαρακτήρα που αιωρείται ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο όχι ως τραγωδία αλλά ως τεχνική σύνθεση. Στις πρόβες εμφανιζόταν μόνο στις καλές ημέρες, και ακόμη κι έτσι οι στενοί του συνεργάτες διαισθάνονταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όχι επειδή έμοιαζε άρρωστος, αλλά επειδή έμοιαζε βιαστικός.
Όχι επειδή έδειχνε αδύναμος, αλλά επειδή έδειχνε συγκεντρωμένος πέρα από το μέτρο. Η σπουδή του δεν είχε πανικό. Είχε στιβαρότητα.

Το πραγματικό πρόσωπο του Bowie

Οι τελευταίοι μήνες του Bowie δεν ήταν θρήνος. Ήταν οργάνωση. Ημερολόγια, πρόβες, σημειώσεις. Και λίγα email σε ανθρώπους που ήξεραν να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές. Στον Brian Eno έγραψε: «Σε ευχαριστώ για τις όμορφες στιγμές μας. Δεν θα σαπίσουν ποτέ.» Στον Mike Garson: «Mike, δημιουργήσαμε ένα απίστευτο έργο μαζί.» Δεν έκανε αποχαιρετισμούς με συναυλίες ή συνεντεύξεις. Ο Bowie δεν έκλεινε κύκλους θεατρικά. Τους έκλεινε ήσυχα. Χωρίς χειροκρότημα.

Η τελική πράξη

Τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Bowie πέθανε στο σπίτι του, σε μια από τις πιο συνηθισμένες γειτονιές του Μανχάταν μακριά από το θόρυβο, το star system και τις παρεξηγήσεις. Κι όμως, ακόμη και στον θάνατό του, η ιστορία δεν ήταν ποτέ απλή. Όχι επειδή πέθανε νέος, αλλά επειδή πρόλαβε να δουλέψει μέχρι την ύστατη στιγμή. Όχι επειδή άφησε πίσω του μύθο, αλλά επειδή αρνήθηκε να τον ερμηνεύσει. Όχι επειδή έγινε σύμβολο, αλλά επειδή δεν διεκδίκησε τίποτα από αυτά.

Ο Bowie, στο τέλος, έδειξε ότι η δημιουργική αλήθεια δεν βρίσκεται στη διάρκεια αλλά στην ένταση.
Και πως το τελευταίο του έργο το πιο κρυφό, το πιο ήσυχο, το πιο δύσκολο δεν ήταν το Blackstar. Ήταν η αξιοπρέπεια του. Η απόφασή του να φύγει όπως έζησε. Ως μυστήριο, ως κατασκευαστής κόσμων, ως άντρας που δεν επέτρεψε σε κανέναν να δει την τελευταία του μάσκα να πέφτει.

stegi radio