Skip to main content

Κάπου στο τέλος του καλοκαιριού του 1977, η ανθρωπότητα έκανε κάτι που μοιάζει ταυτόχρονα παράλογο και απολύτως λογικό: έβαλε ένα χρυσό βινύλιο στην πλάτη δύο διαστημικών σκαφών και τα έστειλε προς τα έξω, στον χώρο ανάμεσα στα άστρα, χωρίς ημερομηνία επιστροφής. Ήταν ένα intergalactic message in a bottle πριν γίνει μόδα η φράση· ένα promo της Γης για κοινό που πιθανότατα δεν υπάρχει, ένας δίσκος που σχεδόν σίγουρα δεν θα παίξει ποτέ σε κανένα πικάπ. Κι όμως, ακριβώς αυτό τον κάνει ενδιαφέρον: η ιδέα ότι κάποιος, κάπου, ίσως μια μέρα θα τον βρει.

Οι Voyager 1 και 2 εκμεταλλεύτηκαν μια σπάνια πλανητική ευθυγράμμιση που συμβαίνει μία φορά κάθε 176 χρόνια. Με τη βαρύτητα του ενός πλανήτη να τους εκτοξεύει προς τον επόμενο, τα σκάφη απέκτησαν τόση ταχύτητα ώστε να ξεφύγουν από το ηλιακό μας σύστημα για πάντα. Η NASA, στη δική της ψυχρή γλώσσα, το περιέγραψε ως “gravity assist”. Στην πραγματικότητα, ήταν μια άπαξ ευκαιρία να στείλουμε κάτι από εμάς στην αιωνιότητα. Και το “κάτι” αυτό ήταν ένας χρυσός δίσκος.

Ο Voyager Golden Record (ακούστε το δίσκο εδώ) είναι ένας επιχρυσωμένος δίσκος χαραγμένος στα 16⅔ RPM: τριάντα μία μουσικές επιλογές, πενήντα πέντε χαιρετισμοί σε ανθρώπινες γλώσσες, μια συμπυκνωμένη ηχητική ιστορία της Γης (“The Sounds of Earth”), εκατόν δεκαπέντε εικόνες κωδικοποιημένες ως ήχος, ένας χάρτης με πάλσαρ που δείχνει πού βρισκόμαστε στο σύμπαν και, κάπως απροσδόκητα, τα εγκεφαλικά κύματα μιας γυναίκας που είναι ερωτευμένη. Στα χαρτιά, ήταν μήνυμα προς εξωγήινους. Στην πράξη, μοιάζει με mixtape ενός εκκεντρικού φίλου που ξέρει πάρα πολλά για μουσικές του κόσμου και έχει μια ανεξήγητη αδυναμία στη λεπτομέρεια.

Ο Carl Sagan επέβλεπε την επιμέλεια της ανθρωπότητας σε βινύλιο. Δίπλα του, η Ann Druyan, ο Jon Lomberg, ο Alan Lomax και άλλοι συνέθεσαν μια άτυπη συντακτική ομάδα. Το σκεπτικό ήταν ένα μαθηματικό αίνιγμα: φτιάξτε έναν δίσκο που να εξηγείται ακόμη κι αν ο ακροατής δεν έχει αυτιά, δεν γνωρίζει μουσική, δεν έχει καν αντίληψη ήχου. Ο Lomberg έθεσε τον κανόνα. Να προτιμηθούν μορφές μουσικής που αποκαλύπτουν τη δομή τους από ένα μόνο δείγμα. Έτσι, ο Μπαχ και ο Μπετόβεν δεν μπήκαν για να εκπροσωπήσουν τη Δύση, αλλά επειδή η μουσική τους είναι γεμάτη συμμετρίες, κύκλους, επαναλήψεις, μαθηματικές δομές που ένας εξωγήινος πολιτισμός θα μπορούσε να αποκωδικοποιήσει χωρίς να έχει ακούσει ποτέ ανθρώπινη νότα.

Carl Sagan

Δίπλα σε αυτούς, όμως, υπάρχει η Kesarbai Kerkar, ένα raga πάνω σε δεκατετράσημο κύκλο, με φωνητικές καμπύλες που μοιάζουν να αποτυπώνουν ένα συναίσθημα που δεν χρειάζεται λέξεις. Υπάρχει ο Blind Willie Johnson με τον βουβό θρήνο του. Υπάρχουν φωνές από τις νήσους Σολομώντα, από το Περού, από Παπούα Νέα Γουινέα. Ένα mariachi. Ένα ναβάχο τελετουργικό. Η Γη μιλάει σε όλα τα ηπειρωτικά της στόματα μέσα σε ένα μόνο LP. Ο δίσκος ακούγεται σαν world-music compilation πριν υπάρξει ο όρος “world music”. Ένα tracklist που συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να είναι ενιαίος, όπου το rock ‘n’ roll του Chuck Berry μπορεί να σταθεί ανάμεσα σε αρχέγονες πολυφωνίες χωρίς να εξηγηθεί, χωρίς να ζητηθεί συγχώρεση. Όταν ο Alan Lomax το χαρακτήρισε «εφηβικό», η Ann Druyan απάντησε ότι το “Johnny B. Goode” είναι η μουσική της κίνησης, ενός ανθρώπου που προσπαθεί να φτάσει κάπου όπου δεν ήταν ποτέ. Που θέλει να φύγει, παρότι δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει. Είναι αυτή η επιθετική αισιοδοξία που ταιριάζει τέλεια σε μια αποστολή που ταξιδεύει χωρίς προορισμό.

Κι ενώ όλοι ασχολούνταν με τα κομμάτια, πίσω από τις κουρτίνες εξελισσόταν μια άλλη ιστορία. Το καλοκαίρι του 1977, ο Sagan και η Druyan ερωτεύονται. Ένα τηλεφώνημα αρκεί για να αρραβωνιαστούν πριν καν το πουν ο ένας στον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο. Λίγες μέρες αργότερα, η Druyan μπαίνει σε ένα εργαστήριο, συνδέεται με ηλεκτρόδια και σκέφτεται την ιστορία του κόσμου και τον άντρα που αγαπά. ΤΤα εγκεφαλικά της κύματα και ο καρδιακός της ρυθμός ηχογραφούνται για να μπουν στον Χρυσό Δίσκο. Έτσι, μέσα στο «μήνυμα προς τα άστρα» ταξιδεύει και ένα μυστικό love track που πιθανότατα δεν θα ακούσει ποτέ ο παραλήπτης.

Η ανθρωπότητα είχε φανταστεί πολλά και πολλά τα είχε υπολογίσει με ανατριχιαστική ακρίβεια. Στο εξώφυλλο του δίσκου, αντί για χάρτες με ήπειρους, χαράχτηκαν δεκατέσσερα πάλσαρ, αυτά οι κοσμικοί φάροι που αναβοσβήνουν με απόλυτη κανονικότητα. Κάθε γραμμή που δείχνει προς ένα πάλσαρ φέρει, σε δυαδική μορφή, τον ρυθμό της παλμικής του “ανάσας”. Έτσι, κάποιος που θα βρει τον δίσκο στο μακρινό μέλλον θα μπορεί να τριγωνίσει την προέλευσή του. Για τον χρόνο κατασκευής, οι επιστήμονες της NASA είχαν ακόμη πιο ποιητική λύση. Μια λεπτή επίστρωση ουρανίου-238, με γνωστό ρυθμό διάσπασης σε δισεκατομμύρια χρόνια. Ο δίσκος κουβαλάει πάνω του ένα ραδιενεργό ημερολόγιο.

Κι όμως, η γη είναι πάντα πιο χαοτική από το διάστημα. Το 1978, ο ίδιος ο Sagan ζήτησε ευγενικά από τη NASA ένα αντίγραφο του Golden Record ως ενθύμιο. Η απάντηση ήταν ένα επιμελώς διατυπωμένο «όχι». Η υπηρεσία ανησυχούσε μήπως «πολύτιμα αναμνηστικά» καταλήξουν σε ιδιώτες. Έτσι, ο άνθρωπος που έστειλε έναν δίσκο στην αιωνιότητα δεν μπορούσε να κρατήσει έναν στη Γη. Μια γραφειοκρατική παραφωνία, η πιο ανθρώπινη στιγμή σε ένα κατά τα άλλα εξωγήινο εγχείρημα.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο δίσκος επέστρεψε στη Γη σαν cult φαινόμενο. Ένα Kickstarter που στόχευε να μαζέψει 200.000 δολάρια έφτασε το 1,3 εκατομμύριο. Οι αρχικές ταινίες εντοπίστηκαν σε ένα υπόγειο θησαυροφυλάκιο της Sony στην Πενσυλβάνια, όπου οι ηχολήπτες τις «έψησαν» κυριολεκτικά σε ειδικό φούρνο για να σταθεροποιηθούν οι μαγνητικές τους στρώσεις, μια ιεροτελεστία ανάμεσα σε επιστήμη και νεκροφάνεια. Κι όταν το reel-to-reel άρχισε να περιστρέφεται, ο ήχος που αναδύθηκε ήταν πιο καθαρός από οτιδήποτε είχαν ακούσει μέχρι τότε. Μουσική που είχε ταξιδέψει νοητά 40 χρόνια για να ξαναγεννηθεί μπροστά σε λίγα ζευγάρια ανθρώπινα αυτιά σε ένα στούντιο της Νέας Υόρκης.

Η επανέκδοση αποκάλυψε μια ακόμη ιστορία. Την οδύσσεια εντοπισμού των δημιουργών των παραδοσιακών ηχογραφήσεων. Τα αρχεία ήταν ελλιπή ή λάθος. Οι παραγωγοί τηλεφωνούσαν στη Νέα Γουινέα τα ξημερώματα, μιλούσαν με εθνομουσικολόγους, έψαχναν απογόνους σε ραδιοσταθμούς των Σολομώντων νήσων. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή, μια υπάλληλος άκουσε τυχαία τη συζήτηση και είπε: «Ο παππούς μου ήταν ένας από τους μουσικούς». Η Γη, προετοιμαζόμενη να μιλήσει στο σύμπαν, έμαθε επιτέλους να επιστρέφει δικαιώματα σε ανθρώπους που δεν φαντάζονταν ποτέ πως η μουσική τους ταξίδευε ανάμεσα στα άστρα. Σήμερα, ο Voyager 1 βρίσκεται σχεδόν μια ημέρα φωτός μακριά. Σε λίγα χρόνια οι γεννήτριές του θα σβήσουν και το σκάφος θα σωπάσει. Θα συνεχίσει όμως να ταξιδεύει για δισεκατομμύρια χρόνια, πολύ μετά το τέλος της Γης, κουβαλώντας ήχους βροχής, βήματα ανθρώπων, τη φωνή του Μπαχ, το riff του Chuck Berry, και τα εγκεφαλικά κύματα μιας γυναίκας που ερωτεύτηκε ένα καλοκαίρι του ’77.

Ο David Pescovitz, που επιμελήθηκε την επανέκδοση του δίσκου, είπε κάτι που ίσως συνοψίζει τον πυρήνα του: «Το Voyager record είναι δώρο στην ανθρωπότητα όσο και στο σύμπαν». Ίσως γιατί το να προσπαθείς να εξηγήσεις ποιος είσαι σε κάποιον που πιθανόν δεν υπάρχει, σε αναγκάζει να κοιτάξεις ειλικρινά τον καθρέφτη. Στο τέλος της ημέρας — και του Γαλαξία — ο Golden Record δεν απευθύνεται στους εξωγήινους. Απευθύνεται σε εμάς. Μας υπενθυμίζει τι θα θέλαμε να είμαστε, ποιες πλευρές μας αξίζουν να διασωθούν. Ένα φιλί, ένα raga, ένα gospel μπλουζ, ένα παιδικό γέλιο, μια φωνή που ρωτά «Where are you going? Don’t go alone…».

Και κάπου εκεί, χαραγμένη στο μέταλλο, υπάρχει μια φράση που πιθανότατα δεν θα διαβάσει ποτέ κανείς:

“To the makers of music – all worlds, all times.”

Ίσως αυτό είναι το πιο τίμιο μήνυμα που στείλαμε ποτέ προς τα έξω.
Κι όσο ο δίσκος κινείται αργά προς το άγνωστο, εμείς συνεχίζουμε να τον ακούμε μόνοι μας.

.

stegi radio