Skip to main content

Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Άγκαθα Κρίστι μοιάζει λιγότερο με «συγγραφέα αστυνομικών» και περισσότερο με μια αόρατη τεχνολογία αφήγησης που έχει ενσωματωθεί στο συλλογικό μας μυαλό. Οι ιστορίες της συνεχίζουν να διαβάζονται, να διασκευάζονται, να ξαναγράφονται σε σειρές, ταινίες, podcast και video games, σαν ένα λογισμικό που τρέχει στο παρασκήνιο και κανείς δεν θυμάται πια πότε εγκαταστάθηκε. Το μόνο βέβαιο είναι η αφετηρία: 12 Ιανουαρίου 1976, όταν η «βασίλισσα του εγκλήματος» πέθανε στο σπίτι της στο Winterbrook της Οξφόρδης, σε ηλικία 85 ετών. Την ίδια μέρα, δύο θέατρα του West End, το St Martin’s και το Savoy, χαμήλωσαν τα φώτα τους προς τιμήν της, καθώς το Η Ποντικοπαγίδα και ένα άλλο έργο της συνέχιζαν κανονικά τις παραστάσεις τους. Ήταν σαν η πόλη που την είχε κάποτε αντιμετωπίσει ως «λαϊκή διασκέδαση» να αναγνώριζε, έστω για λίγα λεπτά, ότι κάτι μεγαλύτερο τελείωνε.

Το παράδοξο με την Κρίστι είναι ότι ξέρουμε τα πάντα για τα εγκλήματά της και σχεδόν τίποτα για την ίδια. Εμφανιζόταν δημοσίως σαν μια ευγενική, κάπως αμήχανη κυρία με γούνες, καπέλα και αφοσίωση στον κήπο και στην οικογένειά της. Το προφίλ μιας γιαγιάς που θα περίμενες να συναντήσεις στην ενοριακή αγορά, όχι σε ένα αίθριο γεμάτο υποψήφιους δολοφόνους. Στο εσωτερικό όμως αυτού του ήπιου περιβλήματος εργαζόταν ένα μυαλό που χαιρόταν να ανακατεύει δηλητήρια, κληρονομιές, ψυχικά τραύματα και κοινωνικές εντάσεις σε ιστορίες με μαθηματική ακρίβεια. Το ότι κατάφερε να κρατήσει αυτά τα δύο πρόσωπα παράλληλα, το τόσο οικείο και το τόσο ανησυχητικό, είναι ίσως το μεγαλύτερο κόλπο της.

Σε μια σπάνια ραδιοφωνική συνέντευξη που έδωσε στο BBC το 1955, ακούγεται περισσότερο σαν κάποια που απολογείται για την τύχη που την έφερε στη λογοτεχνία, παρά ως η πιο επιτυχημένη συγγραφέας μυστηρίου του 20ού αιώνα. Δεν αποδίδει την πορεία της σε κάποιο μεγαλειώδες σχέδιο, αλλά στην πλήξη. Δεν είχε, λέει, «κανονική» εκπαίδευση, μεγάλωσε στο σπίτι, διάβαζε ασταμάτητα και, κάπου ανάμεσα σε βιβλία και μοναχικές ώρες, άρχισε να σκαρώνει ιστορίες και να παίζει όλους τους ρόλους μέσα στο μυαλό της. «Δεν υπάρχει τίποτα σαν την ανία για να σε βάλει να γράψεις». Η φράση της έχει μια ελαφριά ειρωνεία, αλλά και μια κρυμμένη αλήθεια για τον τρόπο που βλέπει τη δημιουργία. Όχι ως ένα μεγάλο ρομαντικό άλμα, αλλά ως πρακτική απάντηση σε ένα υπαρξιακό κενό.

Αυτή η παιδική «ανία» εξελίχθηκε σε εργαλείο παρατήρησης. Στα σαλόνια και στους κήπους της αγγλικής επαρχίας, η μικρή Άγκαθα έμαθε να μετράει σιωπές, μισόλογα, μικρές ανακολουθίες. Η μεσαία τάξη που θα γίνει αργότερα σκηνικό των μυθιστορημάτων της, οι βικτοριανές μονοκατοικίες, τα πανδοχεία, τα συρτάρια με τα μυστικά, υπήρχε ήδη γύρω της, όχι ως εξωτικό décor, αλλά ως οικεία καθημερινότητα. Η εντύπωση ότι η Κρίστι έφτιαξε έναν ολόκληρο κόσμο από το τίποτα είναι κάπως ακριβής. Απλώς το «τίποτα» ήταν η ίδια η ζωή της, παρατηρημένη με ασυνήθιστη προσήλωση.

Η Αγκάθα επιβιβάζεται στο σαλόνι EET την ώρα του μεσημεριανού γεύματος στο τρένο από το Μπουλαβάγιο προς το Κέιπ το 1922.

Η πρώτη μεγάλη διασταύρωση με την Ιστορία έρχεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εργάζεται ως νοσοκόμα και στη συνέχεια σε φαρμακείο. Εκεί η φαντασία της συναντά επιτέλους μια γκάμα πραγματικών ουσιών, υγρά, σκόνες, χάπια που μπορούν να θεραπεύσουν ή να σκοτώσουν. Στον μικρό, κλειστό κόσμο του φαρμακείου, ανακαλύπτει ότι ο θάνατος μπορεί να είναι θέμα δόσης, χρόνου, λεπτομέρειας, κι αυτό θα μεταφερθεί σχεδόν αυτούσιο στα βιβλία της. Δεν είναι τυχαίο ότι δεκάδες από τα εγκλήματά της γίνονται με δηλητήριο, ούτε ότι δεκαετίες αργότερα, γιατροί θα αναγνωρίσουν το thallium σε πραγματικό περιστατικό χάρη στην περιγραφή της στο Φόνοι υπό εχεμύθειαν.

Η Κρίστι δεν φαντάζεται απλώς τρόπους να σκοτώσεις, αλλά κατανοεί πώς η τεχνική μπορεί να γίνει προέκταση της πρόθεσης. Το έγκλημα, στην εκδοχή της, είναι σιωπηλό, οικιακό, σχεδόν απροσδόκητα ευπρεπές. Όταν το 1920 εκδίδεται Η Μυστηριώδης Υπόθεση στο Στάιλς, η δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος κλειδώνει σε μια μορφή που μέχρι σήμερα εξακολουθεί να αναπαράγεται. Ένα κλειστό σύστημα υπόπτων, ένας χώρος που λειτουργεί σαν σκηνή θεάτρου, ένας ντετέκτιβ με εμμονή στη λεπτομέρεια και μια τελική σκηνή αποκάλυψης που μοιάζει με δικαστήριο σε σαλόνι. Ο Ηρακλής Πουαρό, «ο μικρός Βέλγος με τα γκρίζα κύτταρα», δεν είναι απλώς χαρακτήρας. Είναι η προσωποποίηση ενός τρόπου σκέψης όπου η λογική επιβάλλει τάξη στο χάος. Κάθε φορά που σηκώνει το φρύδι, ο αναγνώστης νιώθει πως κάπου του ξέφυγε μια λεπτομέρεια.

Η Αγκάθα Κρίστι με τον δεύτερο σύζυγό της, Μαξ Μαλόουαν, τον Μάρτιο του 1946.

Η δεύτερη μεγάλη φιγούρα της, η Μις Τζέιν Μαρπλ, είναι πιο υπόγεια επαναστατική. Ηλικιωμένη, άκακη, υποτιμημένη από τους πάντες, λύνει εγκλήματα όχι με την κλασική αναλυτική μέθοδο αλλά με μια αλυσίδα αναλογιών. Αυτός ο άντρας της θυμίζει τον γιο της κυρίας τάδε στο χωριό, αυτή η συμπεριφορά μοιάζει με κάτι που έχει ξαναδεί. Για τη Μαρπλ, ο κόσμος είναι ένα απέραντο St Mary Mead όπου η ανθρώπινη φύση επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές. Στις ιστορίες της, η εμπειρία ζωής μιας γυναίκας που έχει παρατηρήσει τους πάντες από την άκρη του δωματίου ανταγωνίζεται και συνήθως ξεπερνά την επίσημη εξουσία της αστυνομίας. Είναι δύσκολο να μην δεις εδώ μια έμμεση αυτοπροσωπογραφία.

Το 1926, όμως, το σενάριο αλλάζει πλευρά. Η χρονιά της Δολοφονίας του Ρότζερ Άκροϊντ, που θα την καθιερώσει οριστικά ως δημιουργό ριζοσπαστικών ανατροπών, συμπίπτει με μια προσωπική κατάρρευση. Πεθαίνει η μητέρα της, ο άντρας της της ανακοινώνει ότι την εγκαταλείπει για μια νεότερη γυναίκα, και, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, η ίδια εξαφανίζεται. Το αυτοκίνητό της βρίσκεται εγκαταλελειμμένο σε έναν βρετανικό επαρχιακό δρόμο, με τη γούνα και τα χαρτιά της μέσα. Η αστυνομία μιλά για πιθανό δυστύχημα, ο Τύπος για πιθανή αυτοκτονία, δολοφονία, ή πιο πονηρά, για μια συγγραφέα που σκηνοθετεί στην πραγματικότητα το είδος της ιστορίας που πουλάει στα βιβλία της.

Η πραγματικότητα είναι πιο θορυβώδης από οποιοδήποτε μυθιστόρημα. Χιλιάδες εθελοντές βγαίνουν να ψάξουν, οι εφημερίδες έχουν καθημερινή ενημέρωση, μέχρι που 11 μέρες αργότερα, η Άγκαθα εντοπίζεται σε ένα ξενοδοχείο στο Χάρογεϊτ, χρησιμοποιώντας το επώνυμο της ερωμένης του άντρα της. Το γιατί και το πώς δεν θα τα εξηγήσει ποτέ. Στην αυτοβιογραφία της θα περάσει σχεδόν βιαστικά πάνω από το επεισόδιο, αναγνωρίζοντας μόνο «αρρώστια, απόγνωση και ραγισμένη καρδιά». Για βιογράφους και αναγνώστες, το κενό παραμένει. Για εκείνη ίσως ήταν απλώς μια περίοδος στην οποία η ίδια, η πιο συνεπής αφηγήτρια της εποχής της, επέτρεψε στον εαυτό της για λίγο να χάσει τον έλεγχο της ιστορίας.

Με τον δεύτερο σύζυγό της, τον αρχαιολόγο Μαξ Μάλοουαν, η Κρίστι θα βρει έναν άλλο ρυθμό ζωής. Τα ταξίδια στη Μέση Ανατολή, οι ανασκαφές, τα ξενοδοχεία της Βαγδάτης και της Δαμασκού, θα γίνουν σκηνικό για μια σειρά βιβλίων στα οποία το έγκλημα δεν περιορίζεται πλέον στο αγγλικό αγρόκτημα αλλά ταξιδεύει με πλοία, τρένα, καραβάνια. Το Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές και το Έγκλημα στον Νείλο είναι ταυτόχρονα αστυνομικά, ταξιδιωτικά και πολιτισμικά στιγμιότυπα μιας εποχής που πίστευε ακόμα πως ο κόσμος μπορεί να χωρέσει σε μια διαδρομή πρώτης θέσης. Η αρχαιολογία του Μάλοουαν και η «αρχαιολογία του χαρακτήρα» της Κρίστι, το ξεσκόνισμα της γης και το ξεσκόνισμα των κινήτρων, συνυπάρχουν στο ίδιο γαμήλιο συμβόλαιο.

Κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η ίδια επιμένει ότι δεν έχει «μέθοδο». Στη συνέντευξη του BBC περιγράφει τη διαδικασία της σχεδόν προσβλητικά απλά. Σκέφτεται την ιστορία για καιρό, τη γυρίζει στο μυαλό της σαν αντικείμενο που το ψάχνεις από όλες τις πλευρές, και όταν νιώσει πως όλα έχουν κουμπώσει, κάθεται στην παλιά της γραφομηχανή και την καταγράφει. Ένα βιβλίο σε τρεις μήνες είναι, για εκείνη, όχι επίτευγμα αλλά λογικός χρόνος, αρκεί να βρεθεί «μια ήσυχη περίοδος» για να το τελειώσει. Οι φίλοι και συνεργάτες της θα πουν αργότερα ότι η πραγματική συγγραφή γινόταν όταν φαινόταν να μην κάνει τίποτα. Στις διακοπές, στα ταξίδια, στο πλέξιμο, στα απογεύματα στην εξοχή. Η γραφή, στο τέλος, ήταν η χειρωνακτική εργασία που απλώς αποκρυστάλλωνε κάτι που ήδη υπήρχε πλήρες στο μυαλό της.

Το θέατρο θα γίνει το δεύτερο μεγάλο της πεδίο. Η Ποντικοπαγίδα, που ξεκίνησε το 1952 ως μεταφορά ενός ραδιοφωνικού έργου με τίτλο Τρία τυφλά ποντικάκια, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα της βρετανικής σκηνής. Είναι το μακροβιότερο έργο στον κόσμο, με πάνω από 30.000 παραστάσεις μέχρι το 2025, ένα είδος τελετουργίας για τους επισκέπτες του Λονδίνου, όπου το κοινό ορκίζεται να μην αποκαλύψει ποτέ τη λύση. Η ιδέα ότι ένα έργο δομημένο σε μια τόσο παλιά, κλασική φόρμα θα αντέξει δεκαετίες, ενώ γύρω του αλλάζουν γενιές, γλώσσες, πολιτικές κρίσεις και πολιτιστικά ρεύματα, είναι από μόνη της ένα σχόλιο για τη δύναμη της δομής.

Γιατί, αν κάτι εξηγεί τη σημερινή της επιβίωση, δεν είναι τα επιμέρους «κόλπα» αλλά η αίσθηση δικαιοσύνης που διέπει τον τρόπο της αφήγησής της. Στα βιβλία της, όλα τα στοιχεία βρίσκονται μπροστά μας. Ο αναγνώστης δεν εξαπατάται, απλώς δεν βλέπει. Ο αφηγητής μπορεί να είναι αναξιόπιστος, οι χαρακτήρες ψεύτες, το σκηνικό παραπλανητικό, αλλά η ίδια η αφήγηση τηρεί έναν άγραφο κώδικα. Τίποτα αναγκαίο δεν κρύβεται εκτός σκηνής. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου το αίσθημα ότι «κάτι μας κρύβουν» έχει γίνει σχεδόν μόνιμη κατάσταση, το σύμπαν της Κρίστι προσφέρει ένα παράδοξο είδος παρηγοριάς. Υπάρχει, έστω και φανταστικά, ένας κόσμος στον οποίο αν είσαι αρκετά προσεκτικός, μπορείς να φτάσεις μόνος σου στη λύση.

Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Κρίστι είναι κάτι πολύ περισσότερο από την «κυρία των φονικών στο τρένο» ή την κλασική επιλογή ραφιού στα παλιά βιβλιοπωλεία. Είναι η αόρατη μηχανή πίσω από τον τρόπο που αφηγούμαστε και καταναλώνουμε ιστορίες μυστηρίου. Κάθε φορά που μια σειρά true crime υπόσχεται ότι «τα στοιχεία ήταν πάντα μπροστά μας», κάθε φορά που ένα podcast μας καλεί να παίξουμε τον ντετέκτιβ, κάθε φορά που ένα παιχνίδι ή μια ταινία σκηνοθετούν την ένταση γύρω από λίγους υπόπτους και μια μεγάλη αποκάλυψη, κάπου στο βάθος ακούγεται ο ρυθμός της δικής της πρόζας.

Ίσως γι’ αυτό η εικόνα της ίδιας παραμένει τόσο θολή. Μια γυναίκα που έγινε παγκόσμιο φαινόμενο χωρίς ποτέ να επιδιώξει δημόσιο ρόλο, που εξαφανίστηκε για 11 μέρες και αρνήθηκε να εξηγήσει, που έγραψε μεθοδικά δεκάδες βιβλία χωρίς να δημιουργήσει γύρω της μύθο βασανισμένης ιδιοφυΐας, μοιάζει σήμερα σχεδόν αναχρονιστική. Κι όμως, αυτή η αφαίρεση της προσωπικής δραματουργίας την αφήνει πιο ελεύθερη να λειτουργεί ως αυτό που ήταν πάντα. Μια μηχανή παραγωγής ιστοριών τόσο καλά κατασκευασμένων, ώστε να ξεπερνούν τον χρόνο και, κάπου ανάμεσα σε δύο δολοφονίες και τρία ψέματα, να λένε κάτι σταθερό για την ανθρώπινη φύση.

Ο θάνατός της το 1976 ανήκει πια στην ιστορία. Το ότι η σκέψη της εξακολουθεί να καθορίζει, σχεδόν αθόρυβα, το πώς καταλαβαίνουμε τι είναι «καλό μυστήριο», είναι ίσως η πιο αναμφισβήτητη και πιο αδιαπραγμάτευτη νίκη της. Στον κόσμο της Άγκαθα Κρίστι, το έγκλημα μπορεί να είναι φανταστικό, αλλά η ανάγκη μας για τάξη, για λογική, για μια αφήγηση που βγάζει νόημα, είναι απολύτως πραγματική. Και αυτή, όσο κι αν αλλάξουν εποχές και πλατφόρμες, δεν έχει ημερομηνία λήξης.

stegi radio