Υπάρχουν ταινίες που αφήνουν τη συγκίνηση να προκύψει και άλλες που τη στήνουν με ακρίβεια. Το Hamnet, η νέα ταινία της Chloé Zhao βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Maggie O’Farrell, είναι μια ταινία που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί για να μας συγκινήσει προσεκτικά, μεθοδικά, σχεδόν τελετουργικά. Και πράγματι το πετυχαίνει. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν το Hamnet μας κάνει να κλάψουμε, αλλά τι ακριβώς μας ζητά να πιστέψουμε όσο κλαίμε.
Η ταινία αφηγείται τον θάνατο του μοναδικού γιου του William Shakespeare και τον μετατρέπει σε υπαρξιακό πυρήνα της δημιουργίας του. Σύμφωνα με το αφήγημα, ο μικρός Hamnet πεθαίνει από πανούκλα και ο πατέρας του, συντετριμμένος, μετουσιώνει αυτή την απώλεια στο Hamlet, σαν να πρόκειται για ένα έργο εξιλέωσης, μια καθυστερημένη συνομιλία με τον νεκρό γιο. Είναι μια ιδέα βαθιά ανθρώπινη. Και, όπως συμβαίνει συχνά με τις βαθιά ανθρώπινες ιδέες, είναι σχεδόν σίγουρα λανθασμένη ιστορικά.
Η πανούκλα δεν ήταν το ανείπωτο τραύμα της ελισαβετιανής Αγγλίας. Ήταν η καθημερινή της πραγματικότητα. Ο Σαίξπηρ έζησε σε μια εποχή όπου τα θέατρα έκλειναν περιοδικά, οι πόλεις άδειαζαν, τα σπίτια σφραγίζονταν οι λέξεις πανούκλα και λοιμός επανέρχονταν ξανά και ξανά στο δραματουργικό του λεξιλόγιο. Από τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα μέχρι τις κατάρες των ηρώων του, η ασθένεια είναι παρούσα όχι ως υπαρξιακή σιωπή, αλλά ως κοινωνικό δεδομένο. Η ιδέα ότι ο Σαίξπηρ δεν μπορούσε να μιλήσει για την πανούκλα επειδή τον είχε τραυματίσει προσωπικά, λέει περισσότερα για τον σύγχρονο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το τραύμα, παρά για τον ίδιο.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η βεβαιότητα με την οποία το Hamnet αποδίδει τον θάνατο του παιδιού στην πανούκλα. Τα ιστορικά αρχεία του Stratford-upon-Avon δεν δείχνουν καμία επιδημία το καλοκαίρι του 1596. Ο παιδικός θάνατος ήταν τότε τραγικά συνηθισμένος από αμέτρητες αιτίες που συχνά δεν καταγράφονταν. Η πανούκλα, όμως, λειτουργεί καλύτερα κινηματογραφικά. Έχει εικόνα, έχει φόβο, έχει μεταφορά. Και έτσι επιλέγεται. Εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον της ταινίας όχι ως ιστορικό δράμα, αλλά ως σύγχρονος μύθος για τον Σαίξπηρ. Έναν Σαίξπηρ απόντα πατέρα, συναισθηματικά ελλειμματικό, που επιστρέφει αργά και ένοχα στη γυναίκα του και στη μνήμη του παιδιού του. Όμως η έρευνα των τελευταίων δεκαετιών υπονομεύει αυτό το στερεότυπο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Σαίξπηρ και η σύζυγός του, Agnes ή Anne Hathaway, έζησαν μαζί στο Λονδίνο. Ότι η οικογενειακή απόσταση δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο μας βολεύει να φανταζόμαστε. Το σινεμά, όμως, αγαπά τον μοναχικό ιδιοφυή άνδρα και όχι τον παντρεμένο επαγγελματία του θεάτρου.

Και ύστερα υπάρχει το Hamlet. Το έργο που στοιχειώνει την ταινία, αλλά δεν της ανήκει πραγματικά. Το Hamlet είναι ένα έργο για το πένθος του γιου προς τον πατέρα, όχι για την απώλεια ενός παιδιού. Για τη διάλυση της πατρικής αυθεντίας, όχι για την αγωνία της γονεϊκής αγάπης. Επιπλέον, εκδοχές της ιστορίας του Άμλετ κυκλοφορούσαν στη θεατρική σκηνή πριν από τον θάνατο του Hamnet, καταρρίπτοντας την ιδέα ότι το έργο γράφτηκε ως άμεση αντίδραση στην απώλεια.
Αν υπάρχει ένα έργο του Σαίξπηρ που συνομιλεί πιο ουσιαστικά με τον θάνατο του Hamnet, αυτό είναι η Δωδέκατη Νύχτα. Μια κωμωδία χτισμένη πάνω στην απώλεια, τη σύγχυση και τελικά την επανένωση δύο διδύμων. Ένα έργο που μετατρέπει το πένθος όχι σε κραυγή, αλλά σε εύθραυστη, απροσδόκητη χαρά. Ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο ειλικρινής απάντηση του Σαίξπηρ στην απώλεια. Όχι στη σκοτεινή τραγωδία που περιμένουμε, αλλά σε μια κωμωδία που επιμένει να τελειώνει με ζωή.
Το Hamnet δεν αποτυγχάνει επειδή επινοεί, αλλά επειδή παρουσιάζει αυτή την επινόηση ως ιστορική και ψυχολογική αλήθεια. Είναι μια ταινία που δεν μας προτείνει μια πιθανή εκδοχή του παρελθόντος, αλλά την εγκαθιστά ως συναισθηματικό δεδομένο. Είναι μια ταινία για το πώς θέλουμε σήμερα να βλέπουμε την τέχνη, ως προϊόν τραύματος, ως εξομολόγηση, ως συναισθηματικό ισοδύναμο. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ειλικρινές της στοιχείο. Δεν μιλά τόσο για τον Σαίξπηρ όσο για εμάς και για την ανάγκη μας να πιστεύουμε ότι η μεγάλη τέχνη γεννιέται πάντα από μια μεγάλη πληγή.
Η ταινία Hamnet στους κινηματογράφους από τις 22 Ιανουαρίου





