Skip to main content

Η ενοχή σπάνια εμφανίζεται ως κραυγή. Συνήθως μπαίνει αθόρυβα, σαν σκέψη που επιστρέφει λίγο αργότερα απ’ όσο θα έπρεπε. Ένα «μήπως» που δεν ειπώθηκε δυνατά. Μια απόφαση που, εκ των υστέρων, μοιάζει ανεπαρκής. Για πολλές γυναίκες, αυτός ο εσωτερικός μονόλογος δεν είναι εξαίρεση· είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινότητα.

Η πατριαρχική λογική δεν χρειάζεται πια να επιβάλλεται με απαγορεύσεις. Έχει πετύχει κάτι πιο αποτελεσματικό: έχει ταυτίσει τη φροντίδα με την ευθύνη και την ευθύνη με τον απόλυτο έλεγχο. Από αυτή την εξίσωση προκύπτει ένα σχεδόν αυτονόητο συμπέρασμα. Αν κάτι πάει στραβά, ένα παιδί, μια σχέση, μια μέρα, τότε κάποια γυναίκα δεν έκανε αρκετά καλά τη δουλειά της. Ακόμη κι αν η «δουλειά» ήταν εξαρχής αδύνατη. Η σύγχρονη τηλεόραση και το σινεμά δεν εφηύραν αυτή τη γλώσσα. Την καταγράφουν. Και, άθελά τους συχνά, τη χαρτογραφούν με ακρίβεια.

Στο All Her Fault, η ενοχή προηγείται της πλοκής. Δεν περιμένει την αποκάλυψη, δεν αποδίδεται στο τέλος, δεν λειτουργεί ως λύση. Είναι ατμόσφαιρα. Διαχέεται στις σκηνές σαν μόνιμη χαμηλή πίεση. Οι γυναίκες της σειράς δεν κινούνται μόνο προς τα γεγονότα, αλλά στο παρελθόν. Σε αποφάσεις, στιγμές απροσεξίας, μικρές αποκλίσεις από τη ρουτίνα που, εκ των υστέρων, αποκτούν δυσανάλογο βάρος. Η έρευνα είναι εσωτερική και δεν κατανέμεται ισότιμα. Οι άντρες κάνουν λάθη. Οι γυναίκες τα μεταφράζουν σε ενοχή διαρκείας.

Σε πιο ήπιους τόνους, το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται στο Μα Πώς Τα Καταφέρνει. Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα της Allison Pearson του 2002, γραμμένο από προσωπική εμπειρία. Mια γυναίκα που προσπαθεί να ισορροπήσει καριέρα, παιδιά και ταυτότητα, σε μια στιγμή που η ιδέα της «γυναίκας που τα έχει όλα» είχε παγιωθεί, χωρίς καμία δομική αλλαγή που να στηρίζει αυτό το «όλα». Ακόμη και ο τίτλος κρύβει την παγίδα. Ο τίτλος λειτουργεί σαν φιλοφρόνηση, αλλά κρύβει πίεση. Αν εκείνη «τα καταφέρνει», γιατί όχι κι εσύ; Στην κινηματογραφική εκδοχή, με πρωταγωνίστρια τη Sarah Jessica Parker, ο τόνος είναι πιο ήπιος, συμφιλιωτικός, σχεδόν αισιόδοξος. Η ενοχή δεν εμφανίζεται ως κρίση, αλλά ως μόνιμη κατάσταση. Το έτοιμο κέικ που παρουσιάζεται ως σπιτικό δεν είναι αστείο. Είναι μηχανισμός επιβίωσης. Δεν αμφισβητείται το ιδανικό απλώς παρατείνεται η λειτουργία μέσα σε αυτό. Και η λειτουργικότητα μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση.

Το Μαμάδες με Κακή Διαγωγή επιλέγει την αντίστροφη διαδρομή. Δεν προσπαθεί να οργανώσει την ενοχή, αντιθέτως την εκθέτει μέχρι να γίνει παράλογη. Η ηρωίδα δεν αποτυγχάνει επειδή είναι αδιάφορη ή ανεύθυνη. Αποτυγχάνει επειδή κάνει τα πάντα σωστά. Η πραγματική πρόκληση της ταινίας δεν είναι οι υπερβολές της, αλλά η παραδοχή ότι το μοντέλο της «τέλειας μητέρας» είναι δομικά μη βιώσιμο. Ενδιαφέρον έχει ότι η πίεση δεν προσωποποιείται μόνο στους άντρες. Μεταφέρεται και μεταξύ γυναικών. Οι «τέλειες μαμάδες» δεν είναι απλώς ανταγωνίστριες, είναι φορείς ενός εσωτερικευμένου κανόνα, μιας πεποίθησης ότι ο έλεγχος και η επιτήρηση είναι αρετές. Το γέλιο προκύπτει όταν πολλές γυναίκες βλέπουν τον εαυτό τους και στις δύο πλευρές.

Ανάμεσα στην κατάρρευση και την παρωδία, το Big Little Lies λειτουργεί ως συνδετικός ιστός. Εκεί, η ενοχή δεν είναι μόνο ατομική, είναι κοινωνική. Κυκλοφορεί σαν άγραφος νόμος μέσα στην κοινότητα, σαν μορφή συνοχής. Οι γυναίκες ζουν περικυκλωμένες από επιτελέσεις ευτυχίας, μυστικά και σιωπές. Ακόμη και όταν είναι θύματα, η πρώτη τους σκέψη δεν είναι η αδικία, αλλά το τι θα μπορούσαν να είχαν κάνει διαφορετικά. Η βία δεν εμφανίζεται πάντα ως κραυγή. Συχνά είναι ήπια, πολιτισμένη, σχεδόν αόρατη. Και γι’ αυτό αποτελεσματική.

Παρά τις διαφορές τους, οι ιστορίες αυτές συγκλίνουν στον ίδιο μηχανισμό. Από νωρίς, οι γυναίκες μαθαίνουν ότι η αξία τους συνδέεται με την απόδοση. Nα φροντίζουν, να προβλέπουν, να οργανώνουν, να ισορροπούν, να απαλύνουν. Όταν κάτι αποτυγχάνει, το ερώτημα δεν είναι αν το καθήκον ήταν υπερβολικό ή αδύνατο, αλλά γιατί δεν εκτελέστηκε καλύτερα. Η πίεση σπάνια εμφανίζεται ως εξωτερική επιβολή. Λειτουργεί εσωτερικά, μέσω σύγκρισης, αυτοελέγχου και σιωπής. Δεν χρειάζεται επιτιθέμενο. Αυτοτροφοδοτείται. Ίσως, τελικά, η διαφορά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία να είναι μόνο αισθητική. Το βάρος είναι το ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι αν η αφήγηση μας επιτρέπει να γελάσουμε, να βυθιστούμε ή στις καλύτερες στιγμές, να πάψει να μοιάζει με προσωπική αποτυχία και να αποκαλυφθεί ως κάτι που μας έχει διδαχθεί. Και η αναγνώριση, έστω και χωρίς άμεση λύση, είναι ήδη μια μορφή ρήξης.

stegi radio