Υπάρχει μια στιγμή, σε κάθε γεωπολιτική κρίση, που το ερώτημα παύει να είναι τι πιστεύεις και γίνεται τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις. Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά σε αυτή τη στιγμή. Όχι επειδή την προκάλεσε. Αλλά επειδή, για χρόνια, απέφευγε συστηματικά να απαντήσει. Η αφορμή μοιάζει σχεδόν παράλογη: η Γροιλανδία. Όμως η ουσία δεν είναι το νησί. Είναι η μέθοδος. Η απειλή δεν ήρθε με στρατό, αλλά με δασμούς. Δεν μίλησε για πόλεμο, μίλησε για κόστος. Κι αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Στον σημερινό κόσμο, η ισχύς δεν επιβάλλεται απαραίτητα με όπλα. Επιβάλλεται με πρόσβαση, με αγορές, με εξαρτήσεις. Η Ευρώπη γνωρίζει αυτή τη γλώσσα. Την έχει χρησιμοποιήσει απέναντι σε άλλους. Όταν όμως στρέφεται εναντίον της, διστάζει. Προτιμά να τη διαβάζει ως παρεξήγηση. Ως διαπραγματευτική υπερβολή. Ως κάτι που θα ξεφουσκώσει μόνο του.
Για χρόνια, αυτή η στάση έμοιαζε συνετή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι η σύγκρουση μπορεί να εξημερωθεί. Ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση λειτουργεί αποτρεπτικά. Ότι κανείς δεν θα ρισκάρει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική προϋποθέτει έναν κόσμο όπου όλοι φοβούνται το ίδιο πράγμα: την αστάθεια. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Σήμερα, υπάρχουν παίκτες που θεωρούν την αστάθεια εργαλείο. Που πιστεύουν ότι αν αντέξουν λίγο περισσότερο πόνο από τον αντίπαλο, θα κερδίσουν. Και εδώ αρχίζει το ευρωπαϊκό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν υπάρχει ισχύς, αλλά επειδή δεν υπάρχει πεποίθηση ότι θα χρησιμοποιηθεί.
Το λεγόμενο anti-coercion instrument (ACI) είναι το εργαλείο που η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδίασε ακριβώς για τέτοιες στιγμές. Όταν μια χώρα δεν απειλεί με στρατό, αλλά με δασμούς, αποκλεισμούς και οικονομικά μέτρα για να αποσπάσει πολιτικές παραχωρήσεις. Στη θεωρία, δίνει στην Ευρώπη τη δυνατότητα να απαντήσει στοχευμένα και να περιορίσει πρόσβαση σε αγορές, να πλήξει επενδύσεις, να ανακαλέσει ή να αναστείλει πνευματικά δικαιώματα, να στοχεύσει εταιρείες και πρόσωπα. Στην πράξη, όμως, δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ. Κι αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Ένα εργαλείο αποτροπής που δεν ενεργοποιείται δεν αποτρέπει. Δεν λειτουργεί ως όριο, αλλά ως υπενθύμιση δισταγμού. Και στον κόσμο της ισχύος, ο δισταγμός διαβάζεται πάντα ως πρόσκληση για περισσότερη πίεση.
Κάθε φορά που η Ευρώπη δηλώνει ότι «εξετάζει επιλογές», στέλνει το ίδιο μήνυμα: ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του άλλου. Κάθε φορά που αναβάλλει για να προστατεύσει επιμέρους εθνικά συμφέροντα, αποδυναμώνει το συλλογικό. Και κάθε φορά που φοβάται την κλιμάκωση, ξεχνά κάτι βασικό. Η μη αντίδραση δεν αποτρέπει την κλιμάκωση, τη μεταθέτει συνήθως σε χειρότερη στιγμή. Το δίλημμα είναι πραγματικό και δύσκολο. Μια σκληρή απάντηση μπορεί να προκαλέσει αντίποινα. Μπορεί να επηρεάσει αγορές. Μπορεί να θέσει σε κίνδυνο συμμαχίες. Η εναλλακτική είναι η αποδοχή ότι η Ευρώπη θα υποχωρεί κάθε φορά που πιέζεται αρκετά. Και αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι συνήθεια.
Η ιστορία δείχνει ότι οι κρίσεις δεν κλιμακώνονται επειδή κάποιος απαντά. Κλιμακώνονται επειδή κάποιος δείχνει ότι δεν θα απαντήσει ποτέ. Η αποτροπή δεν απαιτεί επιθετικότητα. Απαιτεί σαφήνεια. Να ξέρει ο άλλος ποιο είναι το όριο και τι συμβαίνει αν το περάσει. Αυτή τη σαφήνεια η Ευρώπη δεν την έχει δείξει ακόμη. Δεν πρόκειται για ηθική ανωτερότητα ούτε για πολεμική διάθεση. Πρόκειται για αυτοπροστασία. Για την κατανόηση ότι η ανεξαρτησία έχει κόστος και ότι κάποια στιγμή πρέπει να είσαι διατεθειμένος να το πληρώσεις.
Η Γροιλανδία μπορεί να μην αλλάξει χέρια. Οι δασμοί μπορεί να αναθεωρηθούν. Η κρίση αυτή ίσως περάσει. Το ερώτημα, όμως, θα μείνει: όταν η πίεση αυξάνεται, η Ευρώπη απαντά ή περιμένει; Γιατί σε έναν κόσμο που σκληραίνει, το να φοβάσαι το ίδιο σου το όπλο δεν σε κάνει ειρηνικό. Σε κάνει προβλέψιμο. Και αυτό, τελικά, είναι το μεγαλύτερο ρίσκο απ’ όλα.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





