Το Dead Man ξεκινά σαν γουέστερν και τελειώνει σαν επιτάφιος. Όχι για έναν άνθρωπο, αλλά για μια ιδέα: ότι η Ιστορία κινείται πάντα προς τα εμπρός. Στον κόσμο του Τζιμ Τζάρμους, το τρένο της προόδου δεν οδηγεί στην ευκαιρία, αλλά στον τελευταίο σταθμό. Και το όνομά του δεν είναι τυχαίο: Machine. Ο William Blake (που ο Τζόνι Ντεπ ερμηνεύει μοναδικά), ένας άχρωμος λογιστής από το Κλίβελαντ, ταξιδεύει προς τη Δύση πιστεύοντας σε κάτι που μοιάζει ήδη ξεπερασμένο: ότι υπάρχει μια θέση γι’ αυτόν στο μέλλον. Το ταξίδι του όμως δεν είναι μια αφήγηση ανόδου, αλλά μια αργή, υπνωτιστική κάθοδος. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, το τοπίο που περνά έξω από το παράθυρο του τρένου —καμένα βαγόνια, εξοντωμένοι πληθυσμοί, βιομηχανική βία— μοιάζει περισσότερο με μεταθανάτια διαδρομή παρά με υπόσχεση ζωής.
Ο Τζάρμους δεν ενδιαφέρεται να αποδομήσει απλώς το γουέστερν. Το χρησιμοποιεί ως πολιτισμικό στοιχείο για να μιλήσει για το τέλος ενός μύθου. Το μύθο της αμερικανικής προόδου ως φυσικού νόμου. Εκεί που τα κλασικά γουέστερν έβλεπαν την Ιστορία ως επέκταση, το Dead Man τη βλέπει ως παρακμή. Η Δύση δεν είναι πια ο τόπος των δυνατοτήτων, αλλά ένας χώρος όπου τα πάντα έχουν ήδη συμβεί και απομένει μόνο η διαχείριση των συνεπειών.
Το Machine δεν είναι απλώς μια πόλη-σκηνικό. Είναι μια κατάσταση. Ένας τόπος όπου ο άνθρωπος υποτάσσεται πλήρως στη λογική της παραγωγής, της ιδιοκτησίας, της ωμής ισχύος. Οι σκηνές στο εργοστάσιο του Dickinson μοιάζουν σχεδόν καφκικές. Γραφεία χωρίς έξοδο, υπάλληλοι χωρίς πρόσωπο, ένας κόσμος όπου η γραφειοκρατία σκοτώνει με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως και το όπλο. Δεν υπάρχει καμία ρομαντική βία. Ο θάνατος στο Dead Man είναι άχαρος, απότομος, γελοία τελικός. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Blake δεν είναι ήρωας. Είναι σώμα σε μετάβαση. Ένας άνθρωπος που, από τη στιγμή που τραυματίζεται θανάσιμα, συνεχίζει να κινείται χωρίς να ανήκει πια στον κόσμο των ζωντανών. Η ταινία δεν τον παρακολουθεί καθώς ζει, αλλά καθώς πεθαίνει. Και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.
Η συνάντησή του με τον κύριο «Κανένα» είναι το πραγματικό κέντρο βάρους της ταινίας. Όχι γιατί ο κύριος «Κανένας» λειτουργεί ως οδηγός ή σοφός —αυτό θα ήταν ένα ακόμη στερεότυπο— αλλά γιατί είναι ο μόνος χαρακτήρας που κατανοεί ότι ο Blake έχει ήδη περάσει το κατώφλι. Ο κύριος «Κανένας» δεν βλέπει τον κόσμο γραμμικά. Για εκείνον, ο χρόνος δεν είναι ευθεία, αλλά κύκλος. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο, η Δύση έχει ήδη τελειώσει.
Εδώ βρίσκεται και η πιο λεπτή, αλλά και η πιο ουσιαστική πολιτική χειρονομία του Τζάρμους. Το Dead Man είναι από τις ελάχιστες ταινίες για την αμερικανική κατάκτηση που δεν αντιμετωπίζουν τους αυτόχθονες χαρακτήρες ως απειλή ή εξωτικό σύμβολο, αλλά ως φορείς μνήμης και εμπειρίας. Ο κύριος «Κανένας» είναι ένας άνθρωπος τραυματισμένος από την Ιστορία, διπλά εξόριστος, από τους λευκούς και από τη δική του κοινότητα. Δεν αντιπροσωπεύει τη φύση. Αντιπροσωπεύει τη μνήμη και τη γνώση ότι η πρόοδος χτίστηκε πάνω σε ερείπια που δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των διαλόγων στις γλώσσες των αυτόχθονων δεν μεταφράζεται δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά πολιτική χειρονομία. Ο θεατής δεν είναι πάντα ο αποδέκτης. Υπάρχουν πράγματα που δεν του ανήκουν.
Ο Νιλ Γιανγκ με την αυτοσχεδιαστική, σχεδόν πρωτόγονη μουσική του, λειτουργεί σαν εσωτερικός παλμός της ταινίας. Δεν σχολιάζει τη δράση, τη στοιχειώνει. Η κιθάρα του ακούγεται σαν κάτι που αναδύεται από το έδαφος, σαν ήχος που προϋπήρχε των εικόνων. Δεν συνοδεύει το ταξίδι του Blake, το διαπερνά.
Όταν το Dead Man κυκλοφόρησε το 1996, αντιμετωπίστηκε στην Αμερική με αμηχανία. Ήταν πολύ αργό, πολύ παράξενο, πολύ απρόθυμο να προσφέρει λύτρωση. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Ήταν μια ταινία που αρνιόταν να επιβεβαιώσει τον εθνικό μύθο σε μια στιγμή που αυτός ο μύθος είχε ακόμη ισχύ. Στην Ευρώπη, αντίθετα, διαβάστηκε ως αυτό που πραγματικά είναι. Μια ταινία για το τέλος της αθωότητας. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, το Dead Man μοιάζει παράξενα σύγχρονο. Όχι επειδή “προέβλεψε” κάτι, αλλά επειδή κατέγραψε μια κατάσταση που τώρα πια αναγνωρίζουμε. Την αίσθηση ότι κινούμαστε μέσα σε συστήματα που έχουν χάσει το νόημά τους, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν από αδράνεια. Ότι η Ιστορία προχωρά, όχι επειδή ξέρει πού πάει, αλλά επειδή δεν ξέρει πώς να σταματήσει.
Το Dead Man δεν ζητά να το θαυμάσεις. Ζητά να το ακούσεις. Σαν έναν χαμηλό, επίμονο ήχο στο βάθος, σαν κιθάρα του Νιλ Γιανγκ μέσα στο σκοτάδι. Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο καθαρά ακούγεται. Γιατί, όπως υποψιάζεται από νωρίς ο κύριος «Κανένας», δεν είναι καλό να ταξιδεύεις με έναν νεκρό. Εκτός αν είσαι έτοιμος να παραδεχτείς ότι ίσως είσαι κι εσύ.




