Skip to main content

Κάποτε το αεροπορικό εισιτήριο ήταν μια υπόσχεση. Αγόραζες μια θέση, έναν χώρο για τα πράγματά σου, έναν προορισμό. Σήμερα είναι κάτι άλλο. Ένα σημείο εισόδου. Ένα κουμπί “Start” σε μια εμπειρία που ξεκινά φθηνά και ακριβαίνει με κάθε βήμα προς την κανονικότητα. Το χαμηλό εισιτήριο δεν είναι πια το προϊόν, είναι το δόλωμα. Οι αεροπορικές εταιρείες το ξέρουν και δεν το κρύβουν. Το ονομάζουν ancillary revenue δηλαδή έσοδα από «έξτρα» υπηρεσίες. Στην πράξη, όμως, δεν πρόκειται για πολυτέλειες. Πρόκειται για βασικές λειτουργίες του ταξιδιού. Μια βαλίτσα που δεν χωρά στα πόδια σου, ένα κάθισμα που δεν θα σου επιβληθεί τυχαία, λίγα επιπλέον εκατοστά για τα γόνατά σου. Ό,τι παλαιότερα θεωρούνταν αυτονόητο, σήμερα τιμολογείται ξεχωριστά. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο είδος εισιτηρίου: φθηνό, αποσπασματικό, ημιτελές. Ένα εισιτήριο που σε μεταφέρει, αλλά δεν σε φιλοξενεί.

Η λογική είναι απλή και αμείλικτη. Αν το αρχικό κόστος είναι χαμηλό, ο καταναλωτής μπαίνει στο παιχνίδι. Από εκεί και πέρα, κάθε επιπλέον επιλογή, η βαλίτσα, η προτεραιότητα, η θέση, παρουσιάζεται όχι ως ανάγκη, αλλά ως προσωπική απόφαση. Δεν πληρώνεις επειδή πρέπει. Πληρώνεις επειδή επέλεξες. Αυτή η ψευδαίσθηση επιλογής είναι ο πυρήνας του σύγχρονου μοντέλου. Οι αεροπορικές εταιρίες δεν πουλάνε πια υπηρεσίες, πουλάνε την αίσθηση ελέγχου. Σου επιτρέπουν να πιστεύεις ότι εσύ διαμορφώνεις το ταξίδι σου, ενώ στην πραγματικότητα απλώς συναρμολογείς εκ των υστέρων κάτι που παλιά ήταν ενιαίο.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα έσοδα από αυτά τα «έξτρα» έχουν εκτοξευθεί. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι αεροπορικές αντλούν πλέον δεκάδες δισεκατομμύρια από τέτοιες χρεώσεις, συχνά μεγαλύτερο ποσοστό από το ίδιο το εισιτήριο. Το κάθισμα έγινε το φτηνότερο κομμάτι του ταξιδιού, ενώ ο χώρος γύρω του έγινε πανάκριβος.

Η πιο αποκαλυπτική αλλαγή αφορά τη χειραποσκευή. Η καμπίνα, που κάποτε ήταν κοινός χώρος, σήμερα λειτουργεί σαν real estate υψηλής ζήτησης. Το ντουλαπάκι πάνω από το κεφάλι σου έχει μετατραπεί σε περιουσιακό στοιχείο. Αν το θες, πρέπει να το πληρώσεις. Αν όχι, μαθαίνεις να ταξιδεύεις στριμωγμένος. Δεν πρόκειται απλώς για εξοικονόμηση βάρους ή χρόνου επιβίβασης. Πρόκειται για επαναπροσδιορισμό του τι σημαίνει “αρκετό”. Ο επιβάτης εκπαιδεύεται να αποδέχεται ότι ένα μικρό σακίδιο είναι επαρκές για μέρες, ότι η δυσφορία είναι ανεκτή, ότι η ευκολία είναι προνόμιο. Το ταξίδι, από εμπειρία μετάβασης, γίνεται δοκιμασία προσαρμοστικότητας.

Αυτό που συμβαίνει στον αέρα δεν περιορίζεται εκεί. Το μοντέλο των μικροχρεώσεων υπάρχει σχεδόν παντού. Από τις ψηφιακές πλατφόρμες μέχρι τις υπηρεσίες ψυχαγωγίας και από τη μετακίνηση μέχρι την εργασία. Πληρώνεις για να έχεις πρόσβαση και ξαναπληρώνεις για λειτουργικότητα. Για άνεση. Για χρόνο. Οι αεροπορικές απλώς το έκαναν πρώτες, πιο ωμά, πιο καθαρά. Έδειξαν ότι μπορείς να μειώσεις το αρχικό κόστος, αρκεί να αυξήσεις την ταλαιπωρία. Όσο πιο άβολη η βασική εμπειρία, τόσο πιο ελκυστικά τα “έξτρα”. Και ο καταναλωτής; Μαθαίνει να διαπραγματεύεται με το ίδιο του το σώμα. Πόσο αντέχω χωρίς χώρο, χωρίς προτεραιότητα, χωρίς ανάσα;

Οι αεροπορικές εταιρίες υπερασπίζονται το μοντέλο λέγοντας ότι κρατούν χαμηλά τα εισιτήρια. Και δεν λένε ψέματα. Το τίμημα, όμως, δεν είναι οικονομικό μόνο. Είναι ψυχολογικό. Είναι πολιτισμικό. Όταν η μετακίνηση σπάει σε μικρές χρεώσεις, δεν είναι πια εμπειρία ή δικαίωμα. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση. Γίνεται παζάρι. Και στο παζάρι αυτό, ο χώρος, η άνεση και η αξιοπρέπεια αντιμετωπίζονται ως προαιρετικά. Το εισιτήριο σε πάει στον προορισμό σου, αλλά κάποτε το ταξίδι ήταν υπόσχεση. Τώρα είναι απόδειξη πληρωμής. Πέτα φθηνά, σου λένε. Και έχουν δίκιο. Φθηνά ξεκινάς, αλλά πληρώνεις ακριβά για να έχεις χώρο.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

stegi radio