Στις 27 Ιανουαρίου 1956, μια μπαλάντα σκοτεινή, σχεδόν στοιχειωμένη, κυκλοφόρησε από έναν 21χρονο που μέχρι τότε γνώριζαν κυρίως στο Νότο. Το Heartbreak Hotel δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε συνηθίσει το αμερικανικό ραδιόφωνο. Και ακριβώς γι’ αυτό έγινε το τραγούδι που εγκαινίασε τη χρονιά όπου ο Έλβις Πρίσλεϊ έπαψε να είναι ταλέντο της επαρχίας και μετατράπηκε σε πολιτισμικό σεισμό. Το 1956 δεν ήταν απλώς η χρονιά της εκτόξευσης του Έλβις. Ήταν το σημείο όπου η αμερικανική ποπ κουλτούρα αναγκάστηκε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Πέντε νούμερο ένα singles, έξι εκατομμύρια πωλήσεις, ένα ντεμπούτο άλμπουμ που έγινε το πρώτο rock’n’roll LP στην ιστορία που κατέκτησε την κορυφή των charts, τηλεοπτικές εμφανίσεις που δίχασαν την κοινή γνώμη και μια κινηματογραφική πρεμιέρα που έσπασε ταμεία. Όλα αυτά μέσα σε δώδεκα μήνες και όλα υπό το βλέμμα μιας κοινωνίας που δεν ήξερε αν έπρεπε να χειροκροτήσει ή να πανικοβληθεί.

Κι όμως, στις αρχές του ’56, ελάχιστοι πίστευαν ότι αυτός ο νεαρός με τη βαριά νότια προφορά θα άλλαζε το παιχνίδι. «Σχεδόν κανείς δεν πίστευε στον Έλβις εκείνους τους πρώτους μήνες», έχει πει ο βιογράφος του Πήτερ Γκουράλνικ. Σχεδόν κανείς, εκτός από τον Συνταγματάρχη Τομ Πάρκερ. Ο άνθρωπος που για δεκαετίες παρουσιάστηκε ως ο κυνικός μάνατζερ που “ξεζούμισε” τον Έλβις, υπήρξε στην πραγματικότητα ο πιο σταθερός υπερασπιστής της καλλιτεχνικής του αυτονομίας εκείνη τη κρίσιμη χρονιά. Όταν η RCA αγόρασε το συμβόλαιό του από τη Sun Records τον Νοέμβριο του 1955 για το αστρονομικό ποσό των 40.000 δολαρίων, περίμενε έναν πιο «ασφαλή» καλλιτέχνη. Αντ’ αυτού, ο Έλβις επέμεινε να ηχογραφήσει το Heartbreak Hotel, ένα μπλουζ κομμάτι γεμάτο απελπισία και εσωστρέφεια, μακριά από την ανεμελιά του rockabilly που τον είχε συστήσει στο κοινό. Η RCA ανησυχούσε. Ο Πάρκερ όχι. «Ο καλλιτέχνης μου θα εκφραστεί όπως θέλει», ήταν η απάντησή του.
Ο Έλβις του 1956, με το χαρακτηριστικό του βλέμμα, τις κινήσεις των γοφών και τον επαναστατικό ερωτισμό του rock’n’roll, είναι μία από τις πιο εκρηκτικές στιγμές στην ιστορία της μουσικής, το σημείο όπου η ποπ μουσική, και μαζί της η κοινωνία, άλλαξαν σεισμικά και ανεπιστρεπτί. Ο Τζον Λένον είπε χαρακτηριστικά: «Πριν τον Έλβις, δεν υπήρχε τίποτα». Ο Μπομπ Ντίλαν δήλωσε αργότερα: «Το να ακούς τον Έλβις για πρώτη φορά ήταν σαν απόδραση από τη φυλακή και δεν ήξερα καν ότι ήμουν φυλακισμένος». Η σύγκρουση με το κατεστημένο έγινε δημόσια μέσα από την τηλεόραση. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1956, οι εμφανίσεις του Έλβις στο Stage Show των αδελφών Ντόρσεϊ σύστησαν στη μεσοαστική Αμερική κάτι που έμοιαζε επικίνδυνο. Έναν λευκό τραγουδιστή που τραγουδούσε μαύρη μουσική χωρίς ίχνος απολογίας. Όταν στις 11 Φεβρουαρίου ερμήνευσε το Heartbreak Hotel στην τηλεόραση, το τραγούδι εκτοξεύτηκε στο νούμερο ένα και η υστερία άρχισε. Οι περιοδείες του 1956 — 122 εμφανίσεις μόνο στο πρώτο μισό της χρονιάς — εξελίχθηκαν σε χάος. Έφηβοι ούρλιαζαν, αστυνομία επενέβαινε, πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες μιλούσαν για «ηθική παρακμή». Ο Elvis δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να κινεί το σώμα του με τον ρυθμό. Αλλά αυτό αρκούσε. Ενώ 40 εκατομμύρια άνθρωποι τον είδαν να ερμηνεύει το Hound Dog στο Milton Berle Show στις 5 Ιουνίου, η σεξουαλικά φορτισμένη, γεμάτη κινήσεις εμφάνισή του, η πρώτη φορά που η χώρα είδε τον Elvis σε όλο του το μεγαλείο, επικρίθηκε ως «ανήθικος», «χυδαίος», «ζωώδης». Η Καθολική Εκκλησία προειδοποιούσε: Προσοχή στον Έλβις Πρίσλεϊ.
Τρομαγμένος από τις αντιδράσεις, ο Στιβ Άλλεν προσπάθησε να «δαμάσει» τον Έλβις, ντύνοντάς τον με σμόκιν και βάζοντάς τον να τραγουδήσει το Hound Dog σε έναν μπασέ κυνηγόσκυλο με ψηλό καπέλο. Ο Έλβις το χαρακτήρισε αργότερα την πιο γελοία στιγμή της καριέρας του. Κι όμως, την επόμενη κιόλας μέρα, επέστρεψε στο στούντιο και επέβαλε τον απόλυτο έλεγχο. 31 λήψεις για το “Hound Dog”, κάτι σχεδόν αδιανόητο για την εποχή. Δεν έγραφε τραγούδια, αλλά ήξερε ακριβώς τι ήθελε να ακούγεται. Παρά την υστερία, ο Έλβις έμοιαζε αξιοσημείωτα ψύχραιμος. Επέστρεψε θριαμβευτής στο Μέμφις, αγόρασε στους γονείς του το πρώτο τους σπίτι και δήλωνε δημοσίως ότι η Νέα Υόρκη δεν θα τον άλλαζε. Ίσως να το πίστευε. Ίσως απλώς να μην είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πόσο αδύνατο ήταν.
Το αποκορύφωμα ήρθε με τον Εντ Σάλιβαν. Παρότι τον θεωρούσε «ακατάλληλο για οικογενειακή ψυχαγωγία», η δημοφιλία του Έλβις ανάγκασε τον Σάλιβαν να υποχωρήσει, πληρώνοντάς τον μάλιστα 50.000 δολάρια, ποσό-ρεκόρ. Τον Σεπτέμβριο του 1956, εξήντα εκατομμύρια Αμερικανοί τον είδαν να τραγουδά το Don’t Be Cruel και το ακυκλοφόρητο τότε Love Me Tender. Την επόμενη μέρα, η RCA δέχτηκε ένα εκατομμύριο προπαραγγελίες. Η ταινία Love Me Tender ολοκλήρωσε τη μετάλλαξη. Οι κριτικοί ήταν επιφυλακτικοί, το κοινό όμως αποθέωσε τον Έλβις, μετατρέποντάς τον σε κινηματογραφικό αστέρα πριν καν κλείσει τα 22. Ήταν η εκπλήρωση ενός ονείρου για τον Έλβις, ο οποίος είχε εμμονή με τον Τζέιμς Ντιν και τον Τόνι Κέρτις, και δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει να χαθεί. «Όταν ξεκίνησε τα γυρίσματα, ήταν τόσο προετοιμασμένος που είχε απομνημονεύσει ολόκληρο το σενάριο», λέει ο Γκουράλνικ. Η ταινία δεν έτυχε ιδιαίτερα καλής υποδοχής από τους κριτικούς, αλλά ήταν τεράστια εισπρακτική επιτυχία, κατακτώντας τη δεύτερη θέση στα έσοδα της χρονιάς. Ο Έλβις έκλεισε το 1956 ως γνήσιος κινηματογραφικός σταρ. Στο τέλος του 1956, δεν ήταν πια απλώς τραγουδιστής. Ήταν σύμβολο.
Όταν επέστρεψε στον Εντ Σάλιβαν τον Ιανουάριο του 1957, αυτή τη φορά με λήψη μόνο από τη μέση και πάνω, ερμήνευσε το γκόσπελ Peace in the Valley. Το κοινό συγκινήθηκε. Το χάσμα ανάμεσα στους εφήβους και τους μεγαλύτερους άρχισε να μικραίνει. Ακόμη και ο Σάλιβαν παραδέχτηκε ότι ο Έλβις ήταν «ένα καλό, αξιοπρεπές παιδί».
Ίσως το 1956 να μην έμεινε στην ιστορία επειδή προκάλεσε, αλλά επειδή άλλαξε, σχεδόν ανεπαίσθητα, το σημείο όπου σταματούσαν τα όρια. Η μουσική του Έλβις εκείνης της χρονιάς δεν ανήκει πια μόνο στην ιστορία της rock’n’roll. Έχει περάσει στη συλλογική μνήμη. Και, εβδομήντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να ακούγεται σαν κάτι που μόλις συνέβη.





