Στη Μινεάπολη δεν έχει επιβληθεί στρατιωτικός νόμος. Δεν υπάρχουν μπλόκα στις γέφυρες, ούτε στρατιώτες με αυτόματα όπλα στις γωνίες των δρόμων. Η πόλη δεν βρίσκεται επισήμως σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Κι όμως, για ένα μέρος των κατοίκων της, η καθημερινότητα μοιάζει σαν να έχει αλλάξει καθεστώς χωρίς ποτέ να ανακοινωθεί.
Οχήματα της Immigration and Customs Enforcement διάσημη πλέον ως ICE εμφανίζονται απροειδοποίητα. Συλλήψεις γίνονται σε χώρους εργασίας, σε πάρκινγκ πολυκατοικιών, έξω από σχολεία. Δεν συνοδεύονται από κάμερες, ούτε από επίσημες δηλώσεις. Δεν βασίζονται σε ποινικές κατηγορίες. Δεν απαιτούν κατηγορητήριο. Ο φυλετικός έλεγχος και η μαζική στοχοποίηση μιας ολόκληρης κοινότητας παρουσιάζονται ως αποδεκτές πρακτικές. Το κράτος δεν χρειάζεται να επικαλεστεί εξαίρεση. Αρκεί να ενεργοποιήσει διαδικασίες που ήδη διαθέτει. Αυτή η σχεδόν αόρατη μετατόπιση από το ποινικό στο διοικητικό, από το δικαστικό στο εκτελεστικό, είναι που κάνει μια ταινία του 1998 να μοιάζει σήμερα όχι απλώς επίκαιρη, αλλά ενοχλητικά οικεία.
Η Πολιορκία του Έντουαρντ Ζούικ κυκλοφόρησε σε μια Αμερική που ακόμη πίστευε ότι οι μεγάλες εσωτερικές εκτροπές ανήκαν στο παρελθόν. Η ιδέα ότι ο στρατός θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε μια αμερικανική πόλη, να περικυκλώσει γειτονιές και να συλλάβει ανθρώπους βάσει προφίλ, αντιμετωπίστηκε ως δραματική υπερβολή ένα σενάριο φτιαγμένο για να σοκάρει, όχι για να περιγράψει μια ρεαλιστική πορεία. Κι όμως, η ταινία δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για την τρομοκρατία. Το ερώτημά της ήταν βαθύτερο. Τι συμβαίνει όταν ένα κράτος πειστεί ότι οι συνηθισμένοι κανόνες δεν επαρκούν; Πότε η κανονικότητα παύει να είναι κοινή για όλους;
Στη Πολιορκία, η απειλή παρουσιάζεται ως διάχυτη, ενσωματωμένη σε κοινότητες. Η απάντηση είναι σταδιακή, σχεδόν λογική. Περισσότερη επιτήρηση, περισσότερες εξουσίες, λιγότερη εμπιστοσύνη στο νομικό πλαίσιο. Η κορύφωση έρχεται όταν ο στρατός αναλαμβάνει ρόλο αστυνόμευσης και εκεί η ταινία αποκαλύπτει το αφηγηματικό της όριο. Χρειάζεται έναν κακό. Έναν στρατηγό που «ξεπερνά τα όρια». Ο χαρακτήρας του Bruce Willis ως ο υποστράτηγος Bill Devereaux λειτουργεί ως απορροφητήρας ενοχής. Όταν στο τέλος συλλαμβάνεται, η δημοκρατία φαίνεται να αποκαθίσταται. Το μήνυμα είναι καθησυχαστικό. Το πρόβλημα ήταν το πρόσωπο, όχι η κατεύθυνση.
Σήμερα, αυτή η ανάγκη για προσωποποίηση επανεμφανίζεται με διαφορετικούς όρους. Φιγούρες όπως ο Gregory Bovino, στελέχη της μεταναστευτικής και συνοριακής επιβολής με ρητορική «αποστολής» και στρατιωτική γλώσσα, προσφέρονται εύκολα για τον ρόλο του σύγχρονου «κακού». Ο πειρασμός είναι ο ίδιος. Αν φύγει το πρόσωπο, αν χαμηλώσει ο τόνος, το πρόβλημα λύνεται. Αλλά αυτή είναι η παγίδα. Η σημερινή εκτροπή δεν χρειάζεται στρατηγούς-καρικατούρες. Δεν λειτουργεί έξω από το σύστημα, αλλά απολύτως εντός του. Αν αλλάξουν τα πρόσωπα, οι διαδικασίες παραμένουν.
Αυτό έγινε δραματικά ορατό στη Μινεάπολη, όταν δύο θανατηφόρα περιστατικά κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων ομοσπονδιακής επιβολής, υποθέσεις που βρίσκονται ακόμη υπό έρευνα και δημόσια αντιπαράθεση, μετέτρεψαν την αφηρημένη συζήτηση για τα όρια της ICE σε υπαρξιακό ερώτημα για το κράτος δικαίου. Όχι επειδή επρόκειτο για «μεμονωμένα λάθη», αλλά επειδή αποκάλυψαν πόσο εύκολα η διοικητική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε θανατηφόρα βία, χωρίς να ενεργοποιηθούν οι κλασικοί μηχανισμοί λογοδοσίας. Δεν μιλούσαμε για στρατιωτική κατοχή. Δεν μιλούσαμε για επίσημη αναστολή δικαιωμάτων. Μιλούσαμε για μια νόμιμη υπηρεσία που ενήργησε εντός των αρμοδιοτήτων της και ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Η ICE δεν είναι ο στρατός. Είναι κάτι πιο σταθερό. Ένας μηχανισμός που δεν καταργεί το Σύνταγμα, αλλά το τοποθετεί σε υποσημείωση. Για κάποιους, η παρουσία στη χώρα είναι δικαίωμα. Για άλλους, είναι καθεστώς και το καθεστώς μπορεί να ανακληθεί. Η κράτηση γίνεται διαδικασία. Η απέλαση παρουσιάζεται ως διαχείριση. Η βία χάνει το θεαματικό της στοιχείο και αποκτά τη μορφή ρουτίνας. Η Πολιορκία υπέθετε ότι για να φτάσει μια δημοκρατία σε σημείο εσωτερικής εκτροπής, θα έπρεπε να προηγηθεί ένα σοκ. Η ιστορία έδειξε ότι δεν χρειάζεται σοκ. Αρκεί η κανονικοποίηση. Στη Μινεάπολη, όπως και αλλού, η κρατική ισχύς δεν επιβάλλεται με θόρυβο. Επιβάλλεται με επανάληψη. Και οι ρουτίνες είναι πάντα πιο ανθεκτικές από τις κρίσεις.
Η εκτροπή δεν μπήκε με θόρυβο, εγκαταστάθηκε. Ήρθε με έντυπα, αρμοδιότητες και πρωτόκολλα. Δεν ήρθε για όλους. Ήρθε επιλεκτικά και γι’ αυτό ίσως έγινε ανεκτή. Αν το The Siege μοιάζει σήμερα λιγότερο υπερβολικό, δεν είναι επειδή η ταινία ήταν προφητική. Είναι επειδή μάθαμε να ζούμε με λιγότερα δικαιώματα για κάποιους, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε ως απώλεια για όλους.
Ο Ντένζελ Ουάσινγκτον ως ο ειδικός πράκτορας του FBI Άντονι Χάμπαρντ στη Νέα Υόρκη, προειδοποιεί αργότερα για τον κίνδυνο «να σκίσουμε το Σύνταγμα» στο όνομα της ασφάλειας. Οι προκαταλήψεις που ενσωματώνονται στην ταινία είναι ύπουλες, όπως ο αντισημιτισμός που μόλυνε τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία τη δεκαετία του 1930. Η δημοκρατία δεν καταλύεται πάντα αλλά μερικές φορές αναδιοργανώνεται από πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ για να οικοδομήσουν το κράτος ασφάλειας που φαντάζονταν.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





