Skip to main content

Όταν ακούς σήμερα το όνομα Κέβιν Κίγκαν, η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό σπάνια έχει σχέση με το ποδόσφαιρο στο απόγειό του. Είναι συνήθως μια σκηνή έντασης ή αμηχανίας: ένας προπονητής που παραιτείται στο παλιό Wembley, ένας άνδρας με άγρια μάτια που δείχνει το δάχτυλο στην κάμερα, ένα τηλεοπτικό ξέσπασμα που έγινε meme πριν υπάρξουν memes. Ή, πιο απλά, εκείνη η περίφημη περμανάντ, σύμβολο μιας άλλης δεκαετίας, μιας άλλης αισθητικής. O Κέβιν Κίγκαν ήταν ο πιο σημαντικός ποδοσφαιριστής στην Αγγλία. Όχι ο πιο χαρισματικός, ούτε ο πιο μυθικός. Αλλά ο πιο καθοριστικός.

Σήμερα, που γίνεται 75 ετών, ο Κίγκαν μοιάζει με φιγούρα που η συλλογική μνήμη δεν ήξερε ποτέ πού να τοποθετήσει. Υπήρξε υπερβολικά διάσημος για να ανήκει σε έναν σύλλογο και υπερβολικά ανήσυχος για να χωρέσει σε έναν μύθο. Ήταν το δημόσιο πρόσωπο ενός αθλήματος που μόλις μάθαινε τι σημαίνει διασημότητα και ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που έμοιαζε πάντα έτοιμος να εξαφανιστεί από το προσκήνιο.

Ο Κίγκαν δεν προέκυψε από κάποιο προφανές πεπρωμένο. Μεγάλωσε στο Νότιο Γιόρκσαϊρ, γιος ανθρακωρύχου, σε έναν κόσμο όπου η φιλοδοξία ήταν κάτι που έπρεπε πρώτα να δικαιολογήσεις. Πριν γίνει επαγγελματίας, δούλεψε σε εργοστάσιο, έπαιξε σε ομάδες παμπ, επινόησε μόνος του ένα εξαντλητικό πρόγραμμα φυσικής κατάστασης, τρέχοντας στις κερκίδες με βάρη στα χέρια. Δεν είχε την κομψότητα ενός φυσικού ταλέντου, είχε όμως τη βεβαιότητα κάποιου που ήξερε ότι αν σταματήσει να κινείται, θα χαθεί.

Στη Λίβερπουλ, όπου έφτασε το 1971, βρήκε τον Μπιλ Σάνκλι — τον πρώτο άνθρωπο που τον αντιμετώπισε όχι απλώς ως παίκτη, αλλά ως προέκταση μιας ιδέας. Ο Σάνκλι έβλεπε στο παιχνίδι του Κίγκαν κάτι βαθύτερο από τεχνική. Έβλεπε ένταση, θάρρος, προθυμία για σύγκρουση. Ο Κίγκαν έγινε, με έναν τρόπο, ο εκπρόσωπός του στο γήπεδο. Η ενέργεια μιας ομάδας που μεταμορφωνόταν από σοβαρή δύναμη σε ευρωπαϊκή εξουσία. Χωρίς να είναι ποτέ μόνος του, η Λίβερπουλ εκείνης της εποχής ήταν γεμάτη ποιότητα, ο Κίγκαν υπήρξε ο καταλύτης. Ο παίκτης που έσπρωχνε το παιχνίδι μπροστά, που έσερνε τους άλλους σε έναν υψηλότερο ρυθμό, που έκανε το σύνολο να πιστεύει ότι μπορεί να πάει λίγο πιο μακριά. Δεν ήταν τυχαίο ότι, μέσα σε έξι χρόνια, ο σύλλογος πέρασε από την αναμονή στη συνήθεια της επιτυχίας. Και μετά έφυγε.

Η αποχώρησή του το 1977 για το Αμβούργο δεν ήταν απλώς μια μεταγραφή. Ήταν ρήξη με έναν άγραφο κανόνα. Στο ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής, οι μεγάλοι παίκτες δεν έφευγαν στο απόγειό τους και σίγουρα δεν άφηναν τη Λίβερπουλ για έναν γερμανικό σύλλογο εκτός του καθιερωμένου ευρωπαϊκού πάνθεον. Ο Κίγκαν κατηγορήθηκε ότι κυνηγούσε το χρήμα, ότι απομακρυνόταν από την ουσία. Η αλήθεια ήταν πιο σύνθετη: έμοιαζε να κυνηγά κάτι που δεν είχε όνομα ακόμη. Έναν νέο χώρο, μια νέα πρόκληση, μια αίσθηση ότι δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό του.

Στη Γερμανία, δικαιώθηκε αγωνιστικά με τρόπο αδιαμφισβήτητο. Κι όμως, ποτέ δεν μίλησε γι’ αυτά με άνεση. Δύο συνεχόμενες Χρυσές Μπάλες. Πρωτάθλημα. Ευρωπαϊκός τελικός. Έβλεπε τον εαυτό του ως τεχνίτη, όχι ως καλλιτέχνη. Δεν είχε, έλεγε, τη χάρη του Κρόϊφ ή τη φαντασία του Μαραντόνα. Ίσως γι’ αυτό δεν ταίριαξε ποτέ πλήρως στο πάνθεον. Ήταν ο Ballon d’Or που ένιωθε άβολα με τον μύθο του. Μέχρι σήμερα, παραμένει ο μόνος Άγγλος που αναδείχθηκε δύο φορές κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον κόσμο.

Παράλληλα, ο Κίγκαν καταλάβαινε κάτι που το ποδόσφαιρο θα μάθαινε πολύ αργότερα: ότι η καριέρα είναι και οικονομική διαπραγμάτευση. Ήταν από τους πρώτους που αντιμετώπισαν το ποδόσφαιρο ως επάγγελμα με πλήρη επίγνωση. Διαπραγματεύτηκε μόνος του τα συμβόλαια του, έβαλε ρήτρες, υπολόγισε αξίες, προέβλεψε κινήσεις. Πολύ πριν το άθλημα μιλήσει τη γλώσσα των brands, ο Κίγκαν είχε ήδη καταλάβει ότι η ελευθερία περνά και από την οικονομική αυτονομία. Αυτό δεν τον έκανε αγαπητό. Τον έκανε όμως πρωτοπόρο.

Κέβιν Κίγκαν και Μπιλ Σάνκλι

Ως προπονητής, έζησε το πιο έντονο και το πιο παρεξηγημένο κεφάλαιο της ζωής του. Στο Νιούκαστλ δημιούργησε μια ομάδα που δεν κέρδισε τίτλους αλλά κέρδισε φαντασία. Οι “Entertainers” δεν έμειναν στην ιστορία για όσα κατέκτησαν, αλλά για το πώς έπαιζαν. Για μια στιγμή, το αγγλικό ποδόσφαιρο πίστεψε ξανά ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να παίζεται με χαρά, ρίσκο και συναισθηματική έκθεση. Η περίφημη έκρηξή του —το «I will love it», έχει μείνει ως εικόνα κατάρρευσης, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η στιγμή που ένας άνθρωπος άφησε να φανεί δημόσια η πίστη του. Όταν αυτό κατέρρευσε, η ευθύνη προσωποποιήθηκε στον Κίγκαν. Ήταν πιο εύκολο έτσι.

Η εθνική Αγγλίας δεν του ταίριαξε ποτέ. Έφυγε όπως έζησε: απότομα, μιλώντας για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, σαν να αποχωρούσε από έναν ρόλο που δεν του ανήκε πραγματικά. Ο Κέβιν Κίγκαν, ανήκει σε μια εποχή κοινής κουλτούρας, όταν όλοι έβλεπαν τα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες οθόνες, την ίδια στιγμή. Ίσως γι’ αυτό σήμερα μοιάζει τόσο μακρινός. Όχι επειδή δεν ήταν σπουδαίος, αλλά επειδή δεν έμεινε ποτέ ακίνητος αρκετά ώστε να γίνει άγαλμα.

Στα 75 του σήμερα, ο Κίγκαν δεν είναι απλώς μια φιγούρα νοσταλγίας. Είναι υπενθύμιση ενός ποδοσφαίρου που επέτρεπε στους πρωταγωνιστές του να είναι αντιφατικοί, ανήσυχοι, ατελείς. Και ότι μερικές φορές, το να μην ανήκεις ολοκληρωτικά πουθενά, είναι αυτό που σε κάνει να ανήκεις στην ιστορία.

stegi radio