Skip to main content

Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που το χρήμα έπαψε να κυκλοφορεί στις ζωές μας. Δεν υπήρξε ανακοίνωση, ούτε απόφαση. Απλώς, κάποια στιγμή, το χαρτονόμισμα έγινε περιττό. Οι συναλλαγές μεταφέρθηκαν στις οθόνες. Το πορτοφόλι αραίωσε. Το χρήμα έγινε κίνηση του αντίχειρα, όχι αντικείμενο. Στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, το φυσικό χρήμα επιβιώνει πια σε μικρές, σχεδόν τελετουργικές χρήσεις. Φιλοδώρημα, λαϊκή, ταξί. Στον πυρήνα της οικονομικής ζωής, απουσιάζει.

Και όμως, σε παγκόσμιο επίπεδο, το φυσικό χρήμα δεν υποχωρεί. Αντιθέτως, αυξάνεται με σταθερό και εντυπωσιακό ρυθμό. Οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν περισσότερα χαρτονομίσματα από ποτέ, και κυρίως χαρτονομίσματα μεγάλης αξίας. Η συνολική αξία των δολαρίων και των ευρώ σε κυκλοφορία σπάει διαρκώς ιστορικά ρεκόρ, την ίδια ακριβώς περίοδο που η χρήση τους στις καθημερινές συναλλαγές καταρρέει. Το ερώτημα είναι απλό, αλλά άβολο: αν οι πολίτες χρησιμοποιούν όλο και λιγότερο μετρητά, ποιος απορροφά όλο αυτό το χρήμα;

Οι κεντρικές τράπεζες έχουν ένα όνομα γι’ αυτή την αντίφαση. Τη λένε «παράδοξο των χαρτονομισμάτων». Οι εξηγήσεις που προσφέρουν είναι τεχνικές και θεσμικά ασφαλείς. Πληθωρισμός, αύξηση πληθυσμού, ανάγκη αποταμίευσης, αβεβαιότητα, χαμηλά επιτόκια. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, τα μετρητά δεν χρησιμοποιούνται πια ως μέσο συναλλαγής, αλλά ως αποθήκη αξίας. Το πρόβλημα είναι ότι οι αριθμοί δεν στηρίζουν αυτή την αφήγηση. Έρευνες των ίδιων των κεντρικών τραπεζών δείχνουν ότι τα ποσά μετρητών που κρατούν οι πολίτες στα σπίτια τους είναι μικρά, ασήμαντα σε σχέση με τον συνολικό όγκο χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που τυπώνεται και σε αυτό που δηλώνεται ότι κατέχεται είναι τεράστια. Το χρήμα δεν βρίσκεται ούτε στα πορτοφόλια, ούτε κάτω από τα στρώματα.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται ένα δεύτερο, ακόμη πιο αποκαλυπτικό φαινόμενο. Καθώς η χρήση μετρητών περιορίζεται σε μικρές συναλλαγές, θα περίμενε κανείς να κυριαρχούν τα χαρτονομίσματα μικρής αξίας. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των χαρτονομισμάτων παγκοσμίως συγκεντρώνεται στα υψηλότερα αξίας χαρτονομίσματα. Στα 100 δολάρια, στα 200 ευρώ και στα ελβετικά χαρτονομίσματα των 1.000 φράγκων. Πρόκειται για χαρτονομίσματα που ο μέσος πολίτης σπάνια χρησιμοποιεί ή καν συναντά.

Αυτό το μοτίβο δύσκολα εξηγείται με όρους καθημερινής οικονομικής συμπεριφοράς. Εξηγείται, όμως, απολύτως αν δει κανείς το χρήμα όχι μόνο ως μέσο συναλλαγής, αλλά ως εργαλείο ανωνυμίας. Το μεγάλο χαρτονόμισμα δεν είναι πρακτικό για την κατανάλωση. Είναι πρακτικό για τη μεταφορά αξίας χωρίς ίχνη. Συμπυκνώνει μεγάλο πλούτο σε μικρό όγκο. Δεν καταγράφεται, δεν ειδοποιεί, δεν αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα. Δεν περνά από φίλτρα, ούτε προκαλεί ερωτήσεις.

Εδώ υπάρχει μια διάκριση που συχνά απουσιάζει από τις επίσημες αναλύσεις. Η διάκριση ανάμεσα στην οικονομία που παρακολουθείται και σε εκείνη που λειτουργεί εκτός ορατότητας. Η ψηφιακή, τραπεζική οικονομία γίνεται όλο και πιο διαφανής, πιο ρυθμισμένη, πιο ελέγξιμη. Παράλληλα, όμως, αναπτύσσεται μια δεύτερη οικονομία — σιωπηλή, cash-based, απρόσιτη στους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου. Οι κεντρικές τράπεζες βλέπουν την πρώτη. Οι διωκτικές αρχές γνωρίζουν καλά τη δεύτερη.

Εκθέσεις της Europol και άλλων οργανισμών επισημαίνουν εδώ και χρόνια ότι η μετάβαση των νόμιμων οικονομιών σε cashless μοντέλα δεν οδήγησε σε αντίστοιχη μείωση της χρήσης μετρητών στον κόσμο του εγκλήματος. Αντίθετα, ενίσχυσε τη λειτουργική τους αξία. Για τη διακίνηση ναρκωτικών, το trafficking, το λαθρεμπόριο, τη διαφθορά, το φυσικό χρήμα παραμένει η πιο αξιόπιστη τεχνολογία. Δεν χακάρεται, δεν παγώνει, δεν ακυρώνεται.

Η ελληνική εμπειρία εντάσσεται πλήρως σε αυτή τη διπλή πραγματικότητα. Η χώρα γνώρισε τον ρόλο των μετρητών ως ασπίδα κατά την κρίση, στα χρόνια των capital controls και της βαθιάς δυσπιστίας προς το τραπεζικό σύστημα. Σήμερα, ενώ η καθημερινή οικονομία λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά ψηφιακά, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε διασταυρώσεις ροών χρήματος που δεν περνούν ποτέ από POS ή τραπεζικά apps: τουρισμός, ακίνητα, διασυνοριακές συναλλαγές, σκιώδεις υπηρεσίες. Σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο χαρτονόμισμα δεν είναι αναχρονισμός. Είναι εργαλείο.

Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η πρόθεση, αλλά το αποτέλεσμα. Οι κεντρικές τράπεζες δεν συνεργάζονται με το έγκλημα. Όμως, τυπώνοντας σε τεράστια κλίμακα ένα μέσο αξίας που λειτουργεί καλύτερα εκτός του ρυθμισμένου συστήματος απ’ ό,τι εντός του, το καθιστούν λειτουργικά αναγκαίο για όσους θέλουν να παραμείνουν αόρατοι. Το χρήμα δεν είναι ουδέτερο. Ο τρόπος που σχεδιάζεται και κυκλοφορεί παράγει συμπεριφορές.

Το cashless μέλλον παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη πρόοδος. Και για μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι. Όμως πρόκειται για μια πρόοδο άνισα κατανεμημένη. Διαφανής για όσους ζουν εντός του συστήματος. Ευέλικτη και επικερδής για όσους κινούνται έξω από αυτό. Ίσως, τελικά, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι γιατί τα μετρητά εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας. Αλλά γιατί, τη στιγμή που τα εγκαταλείψαμε, κάποιοι φρόντισαν να τα χρειάζονται περισσότερο από ποτέ.

stegi radio