Skip to main content

Η κυβέρνηση ανοίγει τον διάλογο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα έχει μετακινηθεί από την οικονομία στη λειτουργία των θεσμών. Δεν είναι τυχαίο. Όταν τα ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη Δικαιοσύνη και τη λογοδοσία συσσωρεύονται, το Σύνταγμα επιστρέφει στο προσκήνιο ως το ανώτατο πεδίο παρέμβασης όχι μόνο νομικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την αναθεώρηση ως αναγκαία απάντηση σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει: τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση, νέες κοινωνικές ανάγκες, θεσμικές αντοχές. Το επιχείρημα είναι οικείο και σε μεγάλο βαθμό βάσιμο. Το Σύνταγμα του 1975, παρά την ανθεκτικότητά του, σχεδιάστηκε για μια διαφορετική εποχή. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν χρειάζεται αναθεώρηση. Είναι πώς, πότε και με ποιους όρους. Η κυβέρνηση ζητά συναίνεση. Όμως η συναίνεση στο Σύνταγμα δεν είναι απλώς αριθμητική. Είναι πολιτική και κοινωνική. Προϋποθέτει εμπιστοσύνη και αυτή δεν παράγεται με ανακοινώσεις, αλλά με εμπειρία.

Το timing δεν είναι αθώο. Δεν είναι ποτέ. Η αναθεώρηση εμφανίζεται τη στιγμή που το πολιτικό σύστημα δείχνει κουρασμένο, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς λειτουργεί με αναπνευστήρα και η λέξη «ευθύνη» έχει γίνει τόσο αφηρημένη όσο η λέξη «ελπίδα» το 2015. Κι έτσι, το Σύνταγμα ανεβαίνει στη σκηνή σαν μεγάλος εξαγνιστής. Σαν κάτι που θα καθαρίσει τον αέρα. Σαν υπόσχεση ότι, αν αλλάξουμε το κείμενο, ίσως σωθεί και η σχέση μας με το κράτος. Αλλά εδώ αρχίζει το ταξίδι στο παράξενο. Γιατί το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα κείμενο. Είναι μνήμη. Είναι φόβος. Είναι όλα όσα δεν λύθηκαν όταν έπρεπε και τώρα επιστρέφουν μεταμφιεσμένα σε «τομές». Άρθρο 16. Άρθρο 86. Δικαιοσύνη. Αξιολόγηση. Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν είναι λίστα μεταρρυθμίσεων. Είναι λίστα τραυμάτων. Και όποιος τα ακουμπά, ξέρει πολύ καλά τι κάνει.

Η λίστα των άρθρων που τίθενται προς αναθεώρηση δεν είναι τυχαία. Το άρθρο 16 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αγγίζει έναν από τους πιο μακροχρόνιους ιδεολογικούς διχασμούς της μεταπολίτευσης. Η συζήτηση για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια δεν αφορά μόνο την εκπαιδευτική πολιτική. Αφορά το μοντέλο κοινωνικής κινητικότητας, τις ανισότητες, τον ρόλο του κράτους. Η παρουσίασή του ως τεχνικής προσαρμογής κινδυνεύει να υποτιμήσει το κοινωνικό του βάθος.

Το άρθρο 86, για την ευθύνη των υπουργών, είναι ίσως το πιο συμβολικά φορτισμένο. Η αναθεώρησή του συζητείται εδώ και χρόνια, συχνά ως απάντηση σε κρίσεις εμπιστοσύνης. Κάθε φορά, όμως, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το γράμμα του Συντάγματος, αλλά η εφαρμογή του. Η αλλαγή του πλαισίου μπορεί να είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει την πεποίθηση ότι η πολιτική εξουσία λογοδοτεί ισότιμα.

Η πρόταση για μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης επιχειρεί να απαντήσει σε ένα διαρκές αίτημα ανεξαρτησίας, συμμετοχής, θεσμικής θωράκισης. Όμως η χρονική συγκυρία έχει σημασία. Όλα αυτά λέγονται τη στιγμή που η ίδια η Δικαιοσύνη έχει γίνει πεδίο καχυποψίας. Κι εδώ η αναθεώρηση λειτουργεί σαν κουρτίνα καπνού. Μιλάμε για το αύριο για να μη μιλήσουμε άλλο για το χθες. Αυτό καθιστά αναγκαία όχι μόνο θεσμικές εγγυήσεις, αλλά και αυξημένη διαφάνεια στη διαδικασία.

Η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο είναι ένα ακόμη σημείο τριβής. Η αξιολόγηση ως έννοια συγκεντρώνει ευρεία αποδοχή σε θεωρητικό επίπεδο. Στην πράξη, όμως, συνδέεται με ανησυχίες για αυθαιρεσία, πολιτικές πιέσεις και εργασιακή ασφάλεια. Η μεταφορά της στο Σύνταγμα μετατρέπει μια διοικητική πρακτική σε θεμελιώδη επιλογή κράτους, κάτι που απαιτεί σαφή όρια και εγγυήσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επέκταση της επιστολικής ψήφου στους Έλληνες του εξωτερικού. Το επιχείρημα της διευκόλυνσης της συμμετοχής είναι ισχυρό. Ωστόσο, όταν τέτοιες αλλαγές απαιτούν αυξημένες πλειοψηφίες, η συναίνεση δεν μπορεί να είναι τυπική. Χρειάζεται να απαντήσει και στις ανησυχίες για την ισοτιμία της ψήφου και τη θεσμική ισορροπία.

Το βασικό ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν οι προτάσεις αυτές είναι από μόνες τους ορθές ή λανθασμένες. Είναι ότι συγκεντρώνονται όλες μαζί σε μία πολιτική στιγμή, υπό το ίδιο αφήγημα: της κανονικότητας, της υπευθυνότητας, της απομάκρυνσης από τον λαϊκισμό. Αυτό το αφήγημα δημιουργεί πίεση. Όχι μόνο προς την αντιπολίτευση, αλλά και προς την κοινωνία, να αποδεχθεί ότι οι διαφωνίες είναι εμπόδιο και όχι συστατικό της δημοκρατικής διαδικασίας.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι από τη φύση της μια πράξη μεγάλης ευθύνης. Δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι επόμενες κυβερνήσεις. Γι’ αυτό και ο διάλογος δεν μπορεί να περιοριστεί στη ρητορική του εκσυγχρονισμού. Χρειάζεται σαφήνεια, λεπτομέρεια και χρόνο.

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος η αναθεώρηση να εκληφθεί όχι ως συλλογική επένδυση στο κράτος δικαίου, αλλά ως πολιτική στρατηγική διαχείρισης της φθοράς. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αλλάζει το Σύνταγμα. Το πρόβλημα είναι ότι αλλάζει ο τρόπος που μας ζητούν να το αποδεχτούμε. Και αυτό είναι ένα βάρος που κανένα Σύνταγμα, όσο σύγχρονο κι αν είναι, δεν μπορεί να σηκώσει μόνο του.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

stegi radio