Skip to main content

Λίγο μετά τον θάνατο της Nina Simone το 2003, ο κριτικός Dave Marsh έγραψε έναν νέο πρόλογο για την αυτοβιογραφία της I Put a Spell on You. Εκεί κατέληγε ότι η διάσημη τραγουδοποιός «δεν είχε κάνει έναν σημαντικό δίσκο ούτε είχε γράψει ένα ευρέως γνωστό τραγούδι από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε, με μια έννοια, η απουσία της δεν θα γίνει ιδιαίτερα αισθητή». Αν κάποιος παρακολουθεί κινηματογράφο ή τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, έχει σχεδόν σίγουρα συναντήσει τη φωνή της Nina Simone, ακόμη κι αν δεν το αντιλήφθηκε τη στιγμή που συνέβη. Εμφανίζεται συνήθως αθόρυβα, χωρίς προειδοποίηση, σε εκείνο ακριβώς το σημείο όπου η αφήγηση χρειάζεται να σταθεροποιήσει ένα συναίσθημα: τη στιγμή της λύτρωσης, της αποδοχής, της ήρεμης παραίτησης ή της αξιοπρεπούς εξόδου. Και σχεδόν πάντα, η φωνή αυτή λέει τα ίδια λόγια. Birds flying high, you know how I feel.

Το Feeling Good έχει εξελιχθεί στο πιο αναγνωρίσιμο συναισθηματικό μοτίβο του σύγχρονου σινεμά. Ένα τραγούδι τόσο οικείο ώστε δεν χρειάζεται εξήγηση, και τόσο φορτισμένο ώστε μοιάζει να λειτουργεί αυτόματα. Όταν ακούγεται, ο θεατής καταλαβαίνει αμέσως τι του ζητείται να νιώσει. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν το τραγούδι λειτουργεί. Είναι τι συμβαίνει όταν λειτουργεί σχεδόν πάντα.

Στη ταινία Ένα Ήσυχο Μέρος: Ημέρα Πρώτη, η ηρωίδα περπατά προς το τέλος της κρατώντας ένα boombox, μετατρέποντας την τελευταία της πράξη σε προσωπική τελετουργία. Στο Υπέροχες Μέρες του
Βιμ Βέντερς
, ένας ηλικιωμένος άνδρας οδηγεί στους δρόμους του Τόκιο, ξεκινώντας ακόμη μία συνηθισμένη μέρα, ενώ η φωνή της Simone γεμίζει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Σε ταινίες και σειρές διαφορετικού ύφους και φιλοδοξίας, το μοτίβο επαναλαμβάνεται: η Nina Simone εμφανίζεται όταν οι λέξεις δεν επαρκούν και το σενάριο χρειάζεται ένα συναισθηματικό θεμέλιο που δεν αμφισβητείται.

Η δύναμη αυτής της επιλογής δεν είναι τυχαία. Η φωνή της Simone ξεκινά σχεδόν γυμνή, χωρίς συνοδεία, σαν εσωτερικός μονόλογος που ξεφεύγει από το μυαλό του χαρακτήρα και εισχωρεί στον χώρο της ταινίας. Στη συνέχεια, η ορχήστρα ανοίγει τον ήχο, προσθέτοντας μεγαλείο, ρυθμό και μια αίσθηση θριάμβου. Είναι μια δομή που προσφέρεται ιδανικά για κινηματογραφική χρήση: πρώτα η οικειότητα, μετά η λύτρωση. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενική αισιοδοξία, υπάρχει πάντα κάτι άλλο.

Η Nina Simone τραγουδά το Feeling Good χωρίς ποτέ να ακούγεται αφελής. Η φωνή της κουβαλά μελαγχολία, κόπωση, μνήμη. Το «νιώθω καλά» μοιάζει λιγότερο με πανηγυρισμό και περισσότερο με μια διαπίστωση που κατακτήθηκε δύσκολα. Αυτό το διπλό συναίσθημα, χαρά και απώλεια ταυτόχρονα, είναι που κάνει το τραγούδι τόσο ανθεκτικό στη συνεχή χρήση του. Και ακριβώς αυτή η ανθεκτικότητα το έχει μετατρέψει στο πιο ασφαλές εργαλείο του σινεμά.

Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η αντίφαση. Η Simone υπήρξε μία από τις πιο πολιτικές και ασυμβίβαστες φωνές της αμερικανικής μουσικής. Τραγούδια όπως το Mississippi Goddam, γραμμένο μετά τη δολοφονία του Medgar Evers και τη βομβιστική επίθεση σε εκκλησία του Μπέρμιγχαμ, σπάνια βρίσκουν θέση στη μυθοπλασία. Τραγούδια όπως το Mississippi Goddam δεν γράφτηκαν για να συνοδεύσουν σιωπηλά στιγμές ενδοσκόπησης, αλλά για να προκαλέσουν, να θυμώσουν, να διαταράξουν. Το Χόλιγουντ φαίνεται να προτιμά τη Simone απογυμνωμένη από την πολιτική της αιχμή, μετατρέποντας τη φωνή της σε καθολικό συναίσθημα, απαλλαγμένο από ιστορικό βάρος.

Έτσι, το Feeling Good κινδυνεύει να λειτουργήσει σαν συναισθηματικό wallpaper. Ένα ηχητικό σήμα που αντικαθιστά την αφηγηματική τόλμη αντί να τη συμπληρώνει. Όταν επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, παύει να αιφνιδιάζει και αρχίζει να καθησυχάζει. Η συγκίνηση γίνεται προβλέψιμη, σχεδόν μηχανική.

Κι όμως, υπάρχουν εξαιρέσεις που αποδεικνύουν ότι η δύναμη της Simone παραμένει άθικτη όταν χρησιμοποιείται με επίγνωση. Στο Υπέροχες Μέρες, ο Βέντερς δεν κρατά ένα απόσπασμα, ούτε χρησιμοποιεί το τραγούδι ως δραματικό κόλπο. Το αφήνει να ακουστεί ολόκληρο, χωρίς διακοπές, ενώ η κάμερα παραμένει στο πρόσωπο του χαρακτήρα. Εκεί, η Nina Simone δεν ερμηνεύει το συναίσθημα για λογαριασμό του θεατή. Συνομιλεί με τον χαρακτήρα. Και αυτό αρκεί.

Η φωνή της Nina Simone συνεχίζει να στοιχειώνει το σινεμά γιατί εξακολουθεί να κουβαλά αλήθεια. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ακούγεται, αλλά αν θα της επιτρέπεται να παραμένει σύνθετη, αντιφατική και επικίνδυνη ή αν θα εγκλωβιστεί οριστικά σε ένα ατελείωτο “feeling good”. Γιατί ακόμη και το πιο ειλικρινές συναίσθημα, όταν επαναλαμβάνεται χωρίς ρίσκο, αρχίζει να χάνει το νόημά του.

stegi radio