Υπάρχουν έργα που δεν «ανεβαίνουν» απλώς στη σκηνή. Επανεμφανίζονται. Σαν βλέμμα που σε αναγνωρίζει μέσα στο πλήθος, σαν χειρονομία που κουβαλά μνήμη, φόβο και επιθυμία ταυτόχρονα. Το Kontakthof είναι ένα από αυτά. Και η επιστροφή του στην Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, από τις 17 Απριλίου, δεν λειτουργεί ως αναβίωση ενός κλασικού, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση του γιατί το θέατρο —και ο χορός— εξακολουθούν να μας αφορούν.
Τριάντα επτά χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση στην Ελλάδα, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, το εμβληματικό έργο της Πίνα Μπάους επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο, μέσα από μια σύμπραξη με το Pina Bausch Foundation. Όχι ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά ως πεδίο εμπειρίας: 23 ερμηνευτές και ερμηνεύτριες από την Ελλάδα, ηλικίας 21 έως 55 ετών, φέρνουν το έργο στο τώρα, επιτρέποντάς του να αναπνεύσει ξανά μέσα από διαφορετικά σώματα, διαφορετικές βιογραφίες, διαφορετικές σιωπές.

Το Kontakthof, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1978 στην Όπερα του Wuppertal από το Tanztheater Wuppertal, αποτελεί ορόσημο της πρώιμης περιόδου της Μπάους και κομβικό σημείο της συνεργασίας της με τον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Rolf Borzik. Ένας χώρος τελετουργικός και καθημερινός μαζί, όπου η ανθρώπινη παρουσία εκτίθεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα: βλέμματα που ζητούν αποδοχή, κινήσεις που προδίδουν ανασφάλεια, επαναλήψεις που μοιάζουν με μικρές, επίμονες προσευχές για οικειότητα.
Η φετινή σκηνική αναβίωση πραγματοποιείται υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Josephine Ann Endicott, μέλους της αρχικής διανομής του 1978 και στενής συνεργάτιδας της Μπάους, και του Δάφνις Κόκκινος, μέλους του Tanztheater Wuppertal και βοηθού της από το 1993. Μαζί τους, η Anne Martin και ο Scott Jennings, διευθυντές προβών του Foundation, λειτουργούν όχι ως επιτηρητές ενός «κανόνα», αλλά ως θεματοφύλακες μιας εύθραυστης ισορροπίας ανάμεσα στη μνήμη και το παρόν.

Η ίδια η Μπάους είχε περιγράψει το Kontakthof ως «έναν τόπο όπου συναντιούνται άνθρωποι που αποζητούν επαφή». Έναν τόπο αποκάλυψης και άρνησης, φόβου και επιθυμίας, τρυφερότητας και απογοήτευσης. Δεν την ενδιέφερε ποτέ το πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι είναι αυτό που τους κινεί. Κι αυτή η ερώτηση —απλή και αμείλικτη— παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο συνέχισε να περιοδεύει ανά τον κόσμο, ακόμη και με διαφορετικές γενιές: με ερμηνευτές άνω των 65 ετών το 2000, με εφήβους το 2008. Κάθε φορά, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει από διαφορετική γωνία: τι σημαίνει «επαφή» όταν το σώμα αλλάζει, όταν η εμπειρία βαραίνει, όταν η αθωότητα χάνεται ή επανεφευρίσκεται;
Όπως σημειώνουν η Endicott και ο Κόκκινος, εκείνο που αντέχει στον χρόνο στο Kontakthof είναι η παρουσία των ανθρώπων και της καθημερινότητάς τους πάνω στη σκηνή. Η επιθυμία για οικειότητα, η ανάγκη για αγάπη, η αμηχανία της προσέγγισης — όλα εκτίθενται χωρίς εξιδανίκευση. Σαν μια κοινωνική χορογραφία που μας αφορά όλους, είτε καθόμαστε στις θέσεις του θεάτρου είτε στεκόμαστε απέναντι από κάποιον, προσπαθώντας να βρούμε τον σωστό τρόπο να τον αγγίξουμε.
Το Kontakthof δεν υπόσχεται λύσεις. Προσφέρει, όμως, κάτι σπανιότερο: έναν χώρο όπου η ανθρώπινη επαφή δεν εξηγείται, αλλά βιώνεται. Και αυτό, σήμερα, μοιάζει πιο αναγκαίο από ποτέ.





