Η παραχάραξη νομισμάτων υπάρχει σχεδόν όσο υπάρχει και το ίδιο το χρήμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο στόχος ήταν απλός:το οικονομικό κέρδος. Στην ιστορία όμως υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα όπου η παραχάραξη χρησιμοποιήθηκε ως στρατηγικό όπλο για την αποσταθεροποίηση μιας χώρας. Ένα από αυτά συνέβη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η ναζιστική Γερμανία επιχείρησε να πλήξει την οικονομία της Βρετανίας τυπώνοντας τεράστιες ποσότητες πλαστών βρετανικών χαρτονομισμάτων. Το σχέδιο αυτό έμεινε γνωστό ως Επιχείρηση Bernhard και αποτελεί μέχρι σήμερα τη μεγαλύτερη επιχείρηση παραχάραξης χρημάτων στην ιστορία.
Η ιδέα γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια του πολέμου. Οι οικονομικοί αναλυτές του Τρίτου Ράιχ είχαν καταλάβει ότι η Βρετανία δεν πολεμούσε μόνο με στρατό και στόλο, αλλά και με τη δύναμη του νομίσματός της. Η εμπιστοσύνη στη στερλίνα επέτρεπε στο Λονδίνο να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, να αγοράζει πρώτες ύλες από όλο τον κόσμο και να στηρίζει τους συμμάχους του. Αν αυτή η εμπιστοσύνη μπορούσε να υπονομευθεί, τότε η βρετανική πολεμική προσπάθεια θα δεχόταν σοβαρό πλήγμα. Το αρχικό σχέδιο των Ναζί ήταν να πλημμυρίσουν τη Βρετανία με πλαστά χαρτονομίσματα που θα ρίχνονταν ακόμη και από αεροπλάνα, προκαλώντας πανικό και οικονομική αστάθεια.
Η πρώτη προσπάθεια παραχάραξης ξεκίνησε με την επιχείρηση που έμεινε γνωστή ως Επιχείρηση Andreas. Την οργάνωσή της ανέλαβε ο αξιωματικός των SS, Alfred Naujocks. Σε εγκαταστάσεις στο Βερολίνο, μια ομάδα τεχνικών προσπάθησε να αντιγράψει τα βρετανικά χαρτονομίσματα. Πολύ γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι το έργο ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Τα χαρτονομίσματα της Τράπεζας της Αγγλίας είχαν ιδιαίτερη υφή, καθώς το χαρτί τους κατασκευαζόταν από λινές και βαμβακερές ίνες και όχι από πολτό ξύλου, ενώ τα υδατογραφήματα και τα περίπλοκα σχέδια ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιγραφούν με ακρίβεια. Παρά τις προσπάθειες και τις επιστημονικές αναλύσεις που έγιναν σε γερμανικά πανεπιστήμια για τη σύνθεση του χαρτιού και των μελανιών, η επιχείρηση δεν πέτυχε τους στόχους της και τερματίστηκε αφού τυπώθηκαν περίπου 200.000 πλαστά χαρτονομίσματα των δέκα λιρών.
Το 1942 το σχέδιο πέρασε σε νέα φάση. Την ευθύνη ανέλαβε ο αξιωματικός των SS Bernhard Krüger, ο οποίος αποφάσισε να αλλάξει εντελώς τη στρατηγική. Αντί να χρησιμοποιήσει απλούς τεχνικούς, αναζήτησε τους καλύτερους τυπογράφους, χαράκτες και γραφίστες που μπορούσε να βρει. Πολλοί από αυτούς βρίσκονταν ήδη σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι δημιουργήθηκε μια ομάδα κρατουμένων στο διαβόητο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν λίγο έξω από το Βερολίνο. Εκεί, σε δύο απομονωμένα κτίρια του στρατοπέδου, συγκεντρώθηκαν τελικά 144 κρατούμενοι με εμπειρία στην τυπογραφία, στη φωτογραφία, στη χάραξη και στη γραφιστική.
Το εργαστήριο που δημιουργήθηκε στο Ζάξενχαουζεν ήταν ένα από τα πιο παράξενα και μυστικά έργα του πολέμου. Οι κρατούμενοι εργάζονταν υπό αυστηρή επιτήρηση, αλλά οι συνθήκες τους ήταν ελαφρώς καλύτερες από των υπόλοιπων κρατουμένων, καθώς η επιτυχία του έργου τους θεωρούνταν κρίσιμη. Είχαν καλύτερο φαγητό και κάποια προνόμια, ενώ αργότερα τους δόθηκε ακόμη και ένα τραπέζι πινγκ-πονγκ ως ανταμοιβή για την επιτυχία τους. Παρά τα προνόμια αυτά, όλοι γνώριζαν ότι η ζωή τους εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να παράγουν τέλεια πλαστά χαρτονομίσματα.

Η διαδικασία παραγωγής ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη. Το χαρτί των πλαστών χαρτονομισμάτων κατασκευαζόταν κυρίως στο γερμανικό χαρτοποιείο Χάνεμιουλε και η σύνθεσή του βασιζόταν κυρίως σε βαμβάκι και λινό, ώστε να προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο το αυθεντικό βρετανικό χαρτί. Τα υδατογραφήματα και οι λεπτομέρειες της εκτύπωσης αντιγράφονταν με εξαιρετική ακρίβεια, ενώ οι πλάκες εκτύπωσης προετοιμάζονταν σε ειδικές εγκαταστάσεις κοντά στο στρατόπεδο. Για να φαίνονται πιο πειστικά, τα πλαστά χαρτονομίσματα συχνά διπλώνονταν, τσαλακώνονταν ή ακόμη και τρυπιούνταν ώστε να μοιάζουν με παλιά χαρτονομίσματα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί.
Τα πλαστά χαρτονομίσματα ταξινομούνταν σε διαφορετικές κατηγορίες ποιότητας. Τα καλύτερα χρησιμοποιούνταν για πληρωμές πρακτόρων και για μυστικές επιχειρήσεις, ενώ τα χαμηλότερης ποιότητας προορίζονταν για ευρύτερη κυκλοφορία. Το αρχικό σχέδιο των Ναζί ήταν σχεδόν κινηματογραφικό. Γερμανικά αεροπλάνα θα πετούσαν πάνω από τη Βρετανία και θα έριχναν εκατομμύρια πλαστά χαρτονομίσματα, προκαλώντας πανικό και καταρρίπτοντας την εμπιστοσύνη στο νόμισμα. Τελικά το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτίμησαν ότι οι Βρετανοί πολίτες πιθανότατα θα μάζευαν απλώς τα χρήματα και θα τα κρατούσαν.
Αντί για αυτό, τα πλαστά χαρτονομίσματα χρησιμοποιήθηκαν πιο διακριτικά. Χρηματοδότησαν μυστικές επιχειρήσεις, πλήρωσαν πράκτορες και χρησιμοποιήθηκαν σε αγορές εξοπλισμού και πρώτων υλών σε ουδέτερες χώρες. Η διανομή τους οργανώθηκε από τον πράκτορα των Ναζί, Friedrich Schwend, ο οποίος είχε εγκαταστήσει τη βάση του στο Κάστρο Labers, στο Μεράνο της Ιταλίας. Από εκεί δημιουργήθηκε ένα διεθνές δίκτυο που περιλάμβανε τραπεζικούς υπαλλήλους, εμπόρους και ξενοδόχους. Τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για αγορές πρώτων υλών, για μυστικές επιχειρήσεις και για την πληρωμή κατασκόπων.

Ένα από τα πιο γνωστά περιστατικά ήταν η υπόθεση του λεγόμενου Agent Cicero, του υπηρέτη της βρετανικής πρεσβείας στην Άγκυρα που πούλησε φωτογραφίες από απόρρητα βρετανικά έγγραφα στους Γερμανούς. Για τις υπηρεσίες του πληρώθηκε περίπου 300.000 λίρες, πολλές από τις οποίες ήταν πλαστές. Συνολικά, η ναζιστική επιχείρηση παρήγαγε περίπου 8.965.085 χαρτονομίσματα των πέντε, δέκα, είκοσι και πενήντα λιρών, συνολικής αξίας περίπου 132 εκατομμυρίων λιρών. Ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση παραχάραξης χρημάτων που έχει καταγραφεί ποτέ.
Με τον καιρό, η Τράπεζα της Αγγλίας αντιλήφθηκε ότι στην αγορά κυκλοφορούσαν χαρτονομίσματα εξαιρετικής ποιότητας που δεν ήταν γνήσια. Η αντίδραση ήταν άμεση. Το 1943 η Βρετανία σταμάτησε να εκδίδει χαρτονομίσματα μεγάλης αξίας και μετά τον πόλεμο προχώρησε σε επανασχεδιασμό του νομίσματος με πιο προηγμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας. Η ναζιστική επιχείρηση δεν κατάφερε να καταρρεύσει τη βρετανική οικονομία, αλλά απέδειξε ότι το νόμισμα μπορούσε να γίνει όπλο πολέμου.
Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του και οι συμμαχικές δυνάμεις προέλαυναν στην Ευρώπη, οι Ναζί αποφάσισαν να καταστρέψουν τα ίχνη της επιχείρησης. Μέρος των πλαστών χαρτονομισμάτων κάηκε, ενώ μεγάλες ποσότητες μεταφέρθηκαν στις αυστριακές Άλπεις και πετάχτηκαν στα νερά της λίμνης Toplitz. Μετά τον πόλεμο δύτες ανέσυραν κιβώτια γεμάτα πλαστά χαρτονομίσματα από τον βυθό της λίμνης, επιβεβαιώνοντας την έκταση της επιχείρησης.
Παρά τις πολυάριθμες έρευνες που ακολούθησαν μετά τον πόλεμο από την Τράπεζα της Αγγλίας, τη Scotland Yard και άλλες υπηρεσίες, πολλά στοιχεία της επιχείρησης παραμένουν ακόμη ασαφή. Πολλά αρχεία καταστράφηκαν στις τελευταίες ημέρες του πολέμου, ενώ άλλα έμειναν για χρόνια απόρρητα. Αυτό που είναι βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι η Επιχείρηση Bernhard αποτέλεσε ένα από τα πιο παράδοξα επεισόδια οικονομικού πολέμου στην ιστορία. Η προσπάθεια να κερδηθεί ένας πόλεμος όχι μόνο με όπλα, αλλά με χαρτί, μελάνι και πλαστά χρήματα.





