Σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου περνά καθημερινά από ένα στενό πέρασμα στον Περσικό Κόλπο. Ένα σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου εξαρτάται από μία μόνο τεχνητή διώρυγα. Σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι κινείται αδιάκοπα, η πραγματικότητα είναι πιο εύθραυστη όταν όλα περνούν από λίγα, κρίσιμα σημεία. Η παγκοσμιοποίηση υποτίθεται ότι είναι ένα απρόσκοπτο δίκτυο ροών. Στην πράξη, δεν είναι. Λειτουργεί μέσα από λίγα, εξαιρετικά συγκεκριμένα σημεία συγκέντρωσης, όπου η ροή δεν απλώνεται αλλά συμπιέζεται. Τα στρατηγικά περάσματα, είτε πρόκειται για στενά θαλάσσια σημεία είτε για τεχνητές διώρυγες, συγκεντρώνουν δυσανάλογο όγκο εμπορίου, ενέργειας και ισχύος. Και ακριβώς γι’ αυτό, είναι τα πιο ευάλωτα σημεία του συστήματος.

Τα Στενά του Ορμούζ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Καθημερινά, περίπου 20 έως 21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου διέρχονται από μια θαλάσσια δίοδο που, στο στενότερο σημείο της, είναι εντυπωσιακά περιορισμένη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ενεργειακό διάδρομο, αλλά για έναν κόμβο από τον οποίο εξαρτάται η σταθερότητα ολόκληρων οικονομιών. Όταν η ροή συγκεντρώνεται σε ένα τέτοιο σημείο, το ρίσκο πολλαπλασιάζεται. Κάθε ένταση στην περιοχή μεταφράζεται σχεδόν άμεσα σε αναταράξεις στις τιμές της ενέργειας. Η γεωγραφία, όσο κι αν την αγνοούμε, συνεχίζει να επιβάλλει τους όρους της.

Η ίδια λογική ισχύει και για τη Διώρυγα του Σουέζ. Ένα σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου περνά από μια στενή, τεχνητή δίοδο που δεν επιτρέπει περιθώρια λάθους. Το 2021, ένα μόνο πλοίο ήταν αρκετό για να μπλοκάρει τη διώρυγα για ημέρες, αποκαλύπτοντας πόσο εύθραυστο είναι το σύστημα πάνω στο οποίο στηρίζεται η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Για λίγο, ο κόσμος παρακολουθούσε ένα πλοίο που δεν μπορούσε να κινηθεί και μαζί του, μια οικονομία που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί. Οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Καθυστερήσεις, αύξηση κόστους, αλυσιδωτές διαταραχές που ξεπέρασαν κατά πολύ το σημείο του προβλήματος. Ακόμη πιο έντονα αποτυπώνεται η γεωπολιτική διάσταση στα νότια της Ερυθράς Θάλασσας.

Το στενό Bab el-Mandeb, που συνδέει την περιοχή με τον Ινδικό Ωκεανό, αποτελεί κρίσιμο πέρασμα τόσο για την ενέργεια όσο και για το εμπόριο. Περίπου 6 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και σημαντικός όγκος εμπορικής ναυσιπλοΐας διέρχονται καθημερινά από τη συγκεκριμένη περιοχή. Εδώ, η οικονομία και η ασφάλεια αλληλοεξαρτώνται. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία από τους Χούθι της Υεμένης, καθώς και η αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία διεθνών δυνάμεων, καταδεικνύουν ότι ταπεράσματα δεν είναι μόνο οικονομικές αρτηρίες, αλλά και πεδία σύγκρουσης.Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία τα τελευταία χρόνια κατέστησαν σαφές ότι η διατάραξη ενός τέτοιου περάσματος δεν είναι θεωρητικό σενάριο. Είναι εργαλείο πίεσης, και σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατηγική επιλογή.
Στην Ασία, το Στενό της Μαλάκκας συμπυκνώνει ακόμη περισσότερο αυτή τη δυναμική. Ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου και των ενεργειακών ροών διέρχεται από εκεί, καθιστώντας το ένα από τα πιο κρίσιμα περάσματα στον πλανήτη. Για χώρες όπως η Κίνα, αυτή η εξάρτηση δεν είναι απλώς μια εμπορική πραγματικότητα, αλλά μια στρατηγική ευαλωτότητα. Το λεγόμενο «δίλημμα της Μαλάκκας» αποτυπώνει ακριβώς τι συμβαίνει όταν η οικονομική σου επιβίωση εξαρτάται από ένα πέρασμα που δεν ελέγχεις πλήρως. Ένα στρατηγικό ρίσκο που ωθεί την Κίνα να επενδύει σε εναλλακτικές διαδρομές, όπως αγωγούς, χερσαίους διαδρόμους και την Πρωτοβουλία Belt and Road.

Η ίδια γεωπολιτική λογική επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία του χάρτη. Η Διώρυγα του Παναμά συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό, αποτελώντας κρίσιμο κόμβο για το εμπόριο της αμερικανικής ηπείρου. Ο Βόσπορος λειτουργεί ως πύλη της Μαύρης Θάλασσας, επηρεάζοντας άμεσα τη ναυσιπλοΐα, την ενέργεια και τη στρατηγική ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή. Και το Στενό του Γιβραλτάρ παραμένει ένα από τα σημαντικότερα περάσματα μεταξύ Μεσογείου και Ατλαντικού, με διαχρονική σημασία για τη ναυτική ισχύ και το διεθνές εμπόριο.
Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των περιπτώσεων είναι ότι δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές. Η παράκαμψη της Διώρυγας του Σουέζ συνεπάγεται σημαντική αύξηση κόστους και χρόνου μεταφοράς. Η αποφυγή του Ορμούζ δεν μπορεί να καλύψει τις ίδιες ενεργειακές ανάγκες. Όσο πιο περιορισμένες είναι οι επιλογές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία του περάσματος και τόσο αυξάνεται η γεωπολιτική του βαρύτητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα στρατηγικά περάσματα λειτουργούν ως μοχλοί ισχύος. Κράτη που διαθέτουν γεωγραφικό έλεγχο ή στρατιωτική παρουσία σε αυτά αποκτούν δυσανάλογη επιρροή. Παράλληλα, ακόμη και μη κρατικοί δρώντες μπορούν, μέσω στοχευμένων ενεργειών, να προκαλέσουν επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την άμεση εμβέλειά τους. Η ασφάλεια αυτών των σημείων δεν είναι περιφερειακό ζήτημα. Είναι κεντρικό θέμα της διεθνούς πολιτικής. Όσο περισσότερο συνδέεται ο κόσμος, τόσο πιο εκτεθειμένος γίνεται σε αυτά τα σημεία. Οι διαταραχές δεν μένουν τοπικές. Μεταφέρονται σχεδόν ακαριαία στις τιμές της ενέργειας, στο κόστος μεταφοράς, στις αλυσίδες εφοδιασμού και, τελικά, στην καθημερινότητα των κοινωνιών.
Κι όμως, αυτή η λογική δεν περιορίζεται στη γεωγραφία. Καθώς η οικονομία μετατοπίζεται προς τα δεδομένα και την τεχνολογία, αναδύονται νέα, λιγότερο ορατά αλλά εξίσου κρίσιμα «περάσματα»: τα υποθαλάσσια καλώδια που μεταφέρουν την πληροφορία, οι υποδομές υπολογιστικού νέφους που φιλοξενούν την ψηφιακή οικονομία, οι αλυσίδες παραγωγής ημιαγωγών που τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη. Και εδώ, η λογική παραμένει ίδια. Η ροή συγκεντρώνεται. Η εξάρτηση μεγαλώνει. Το ρίσκο επιστρέφει.
Η ιστορία δείχνει ότι τα περάσματα δεν εξαφανίζονται αλλά μετασχηματίζονται. Από τις Θερμοπύλες και τα Δαρδανέλλια έως το Σουέζ και το Ορμούζ, η λογική παραμένει η ίδια. Η ισχύς εξακολουθεί να συγκεντρώνεται εκεί όπου η ροή μπορεί να ελεγχθεί ή να διακοπεί. Και σε έναν κόσμο που βασίζεται στη συνεχή ροή, τα πιο κρίσιμα σημεία θα είναι πάντα εκείνα όπου αυτή η ροή μπορεί να σταματήσει.





