Skip to main content

Πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα στην Αθήνα; Mια πόλη που εξαντλεί, αλλά ταυτόχρονα γεννά ιστορίες. Πέντε συγγραφείς, λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα, με ήδη διακριτή φωνή, μιλούν για το πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα σε αυτή την πόλη: για τα ερεθίσματα που γίνονται λέξεις, για τα τελετουργικά που συχνά δεν υπάρχουν, για το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά και για τη λεπτή μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο — εκεί όπου η ελευθερία αρχίζει να βαραίνει. Πάνω απ’ όλα, μιλούν για την Αθήνα. Όχι ως ιδέα αλλά ως συνθήκη. Ως έναν χώρο που τους εμπνέει και τους εξαντλεί την ίδια στιγμή, όπως ακριβώς και εμάς.

Στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς του Black Book, ο Μιχάλης Μαλανδράκης μιλά για τη συγγραφή, το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο και την καθημερινότητα μιας γενιάς που προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα σε περιορισμένο χρόνο και χώρο.

Ο Μιχάλης Μαλανδράκης, μόλις στα τριάντα του, έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα και θεατρικά έργα. Μάλιστα, το 2020, το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Patriot (Πόλις, 2019), τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ (Πόλις, 2023) εκτυλίσσεται στο Σαράγεβο του 1992, με πρωταγωνιστή ένα νεαρό πολεμικό ανταποκριτή, ο οποίος αν και ανυπομονούσε να βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων, θα παραμείνει στο Σαράγεβο περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει.  

Ποιος άνθρωπος ήσουν όταν ξεκίνησες να γράφεις το πρώτο σου βιβλίο, το Patriot, και ποιος όταν το ολοκλήρωσες, και στη συνέχεια, το είδες «ζωντανό» στο ράφι κάποιου βιβλιοπωλείου; Πώς αισθάνθηκες την πρώτη φορά;

Από τη συγγραφή του, το καλοκαίρι του 2018, μέχρι την έκδοση, τον Οκτώβριο του 2019, μεσολάβησε μόλις ένας χρόνος, οπότε δεν πρόλαβα να αλλάξω και πολύ. Πρώτη φορά το είδα στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου στην Τρίπολη, όπου έκανα την εκπαίδευση στη στρατιωτική μου θητεία. Το βιβλίο έτυχε να κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο, όπου δεν είχα πρόσβαση στον έξω κόσμο. Δεν είχα κινητό ή ίντερνετ, οπότε δεν γνώριζα ποιος το διάβαζε ή τι σχόλια έκανε. Σε μία έξοδο που μας άφησαν στην πόλη, το πέτυχα τυχαία. Θυμάμαι τη στιγμή έξω από το βιβλιοπωλείο, γιατί μου υπενθύμισε τι με αφορά πραγματικά, μέσα στο παράλογο και την καταχνιά του στρατού. Θυμήθηκα ότι αυτή δεν είναι η ζωή μου, υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα στην οποία ανήκω και χρειάζεται απλώς υπομονή για να επιστρέψω εκεί.

Τι αλλάζει στη διαδικασία, την έμπνευση και τα ερεθίσματα από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο; Μεταβάλλεται και ο βαθμός της δικής σου ασφάλειας -ή ανασφάλειας- απέναντι σ’ αυτό που παράγεις καλλιτεχνικά;

Την πρώτη φορά υπάρχει μια ευεργετική άγνοια κινδύνου. Δεν σε απασχολούν εξωτερικοί παράγοντες. Eστιάζεις αποκλειστικά στην ιστορία που νιώθεις την ανάγκη να αφηγηθείς. Δεν έχεις στο μυαλό σου εκδοτικές στρατηγικές ή συγκεκριμένους αναγνώστες, ούτε προσδοκίες και αυτή η απουσία βάρους, σου χαρίζει μια σπάνια ελευθερία. Το πρώτο βιβλίο έχει μια ελαφρότητα.

Στο δεύτερο τα πράγματα αλλάζουν. Συνήθως γίνεται πιο απαιτητικό, γιατί νιώθεις την ανάγκη να αποδείξεις μια εξέλιξη, θεματική και υφολογική. Συχνά επιχειρείς κάτι πιο σύνθετο, και αυτό δεν είναι πάντα προς όφελος του έργου. Παράλληλα, η ανασφάλεια εντείνεται: ενώ έχεις αποκτήσει κάποια εμπειρία, έχεις πλέον την επίγνωση και τον φόβο της σύγκρισης.

Ποια ήταν η αρχική ιδέα, ο σπόρος πίσω από το τελευταίο σου βιβλίο και πώς ήταν η διαδικασία συγγραφής του; Περίγραψέ μας, αν θέλεις, μια τυπική σου μέρα που περιλάμβανε και το γράψιμο.

Το δεύτερο βιβλίο μου, «Δυναμώστε τη Μουσική, παρακαλώ», άρχισε να γράφεται την περίοδο της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τις πρώτες εβδομάδες παρακολουθούσα εντατικά τις εξελίξεις, διαβάζοντας συνεχώς τις άσχημες και δυσοίωνες ειδήσεις (όπως κι αυτό το διάστημα), μέχρι που ένιωσα πως δεν αντέχω άλλο. Έπιασα τον εαυτό μου να αναζητά συνειδητά πιο «ελαφρύ» περιεχόμενο, όπως αγώνες ποδοσφαίρου, εκπομπές μαγειρικής, οτιδήποτε για να ξεχνιέμαι.

Τότε άρχισα να αναρωτιέμαι πού βρίσκεται το όριο της αντοχής μας απέναντι στη βία των παγκόσμιων εξελίξεων, στον συνεχή καταιγισμό εικόνων θανάτου. Κατέληξα πως, πολλές φορές, η στροφή προς την επιφάνεια μπορεί να μην είναι αφέλεια, αλλά μια συνειδητή άμυνα. Έτσι γεννήθηκε η ιστορία ενός πολεμικού ανταποκριτή, που βιώνει από κοντά τη φρίκη στην πολιορκία του Σαράγεβο το 1992 και, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, επιλέγει να στραφεί στην ψυχαγωγία και να γίνει τηλεπερσόνα.

Όσο για τη διαδικασία γραφής, όπως κι οι περισσότεροι, δεν έχω την πολυτέλεια ιδανικών συνθηκών ή προετοιμασίας. Βρίσκεις με κόπο ένα μικρό κενό μέσα στη μέρα και βουτάς κατευθείαν. Φυσικά, θα προτιμούσα να γράφω σε ένα writers’ residency, κάπου στην Ανδαλουσία, να πίνω κρασί και να συζητώ με άλλους συγγραφείς, αλλά η πραγματικότητα στην Αθήνα είναι λίγο διαφορετική και μέσα σε αυτήν καλείσαι να υπάρξεις και να δημιουργήσεις.

Πολλοί συγγραφείς έχουν μιλήσει για το πόσα χρόνια τους πήρε να αρχίσουν να δηλώνουν συγγραφείς και να αποβάλλουν το λεγόμενο «σύνδρομο του απατεώνα». Εσύ πού βρίσκεσαι απέναντι σ’ αυτό; Με ποια ιδιότητα θα συστηθείς σε άτομα που δεν σε γνωρίζουν;

Οι φίλοι μου συχνά απορούν όταν, σε παρέες, με ρωτούν με τι ασχολούμαι και αντί να πω «συγγραφέας» ή ότι ασχολούμαι με τη γραφή, αναφέρω τη δουλειά μου στην ΕΡΤ. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να αυτοπροσδιοριστώ ως συγγραφέας. Από τη στιγμή που δεν βιοπορίζομαι από αυτό, που οικονομικά παραμένει κάτι εντελώς ανεπαρκές, δεν νιώθω ότι μπορώ να το διεκδικήσω ως κύρια ιδιότητα.

Από την άλλη, δεν αισθάνομαι «απατεώνας». Αφιερώνω μεγάλο μέρος της ενέργειάς μου στη γραφή, διαβάζω και γράφω συστηματικά εδώ και χρόνια. Είναι ίσως το μόνο πράγμα στο οποίο έχω υπάρξει απόλυτα συνεπής. Ωστόσο, όσο η ενασχόληση αυτή δεν με στηρίζει οικονομικά, θα αναγκάζομαι να τη λογίζω, έστω και άδικα, ως κάτι δευτερεύον, σχεδόν σαν χόμπι.

Αν έγραφες ένα βιβλίο που διαδραματιζόταν νύχτα στη σημερινή Αθήνα και πρωταγωνιστούσε ένας ήρωας ή μια ηρωίδα της γενιάς σου, πώς θα ξεκινούσε;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση και κάπως επίκαιρη για μένα, γιατί το βιβλίο που ολοκληρώνω αυτή την περίοδο εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό στην Αθήνα και περιλαμβάνει στοιχείο της νύχτας, με έναν πρωταγωνιστή της γενιάς μου.

Πάντα με γοήτευε το πώς αλλάζουν οι άνθρωποι τη νύχτα. Είναι σαν να πλησιάζουν περισσότερο αυτό που πραγματικά θέλουν να είναι. Προσωπικά, μετά τα μεσάνυχτα νιώθω ότι σκέφτομαι πιο καθαρά, ότι βλέπω περισσότερο τα πράγματα στο σωστό τους μέγεθος και στην πραγματική τους αξία. Ίσως γι’ αυτό προτιμώ να γράφω και να κοιμάμαι αργά γιατί τότε αισθάνομαι ότι λειτουργώ καλύτερα. Θα επισυνάψω μια χαρακτηριστική παράγραφο από το βιβλίο, όχι την πρώτη, αλλά εκείνη που νομίζω αποτυπώνει αυτή την αίσθηση: «Αργά τη νύχτα, όπως τώρα, ένιωθε πως όλα καθάριζαν. Στο καντράν έβλεπε τα κίτρινα, ζωηρά χρώματα: 01:13. Δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να νυχτώσει τόσο, για να καθαρίσει το βλέμμα του. Τώρα, επιτέλους, έβλεπε πιο καθαρά τα πάντα: την άσφαλτο που γυαλίζει από την υγρασία τις νύχτες, τη μελαγχολία στις σκοτεινές βιτρίνες άδειων καταστημάτων στην Αλεξάνδρας, μια παρέα που ουρλιάζει ένα καψουροτράγουδο μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα ενός αυτοκινήτου ενώ διασχίζουν τη Συγγρού. Πριν λίγες ώρες ένιωθε πως τίποτα από όλα αυτά δεν τον αφορούν. Τώρα όχι. Τώρα νιώθει πως όλα τα τραγούδια στο ραδιόφωνο του απευθύνονται –  σπίτι μου είναι ο δρόμος – μοναχά για ένα βράδυ – θα ‘ρθουνε στιγμές δάκρυα γεμάτες – κι εναλλάσσονται βαθιά και γρήγορα μέσα του.»

Τα βιβλία του Μιχάλη Μαλανδράκη εκδίδονται από τις εκδόσεις Πόλις. 

Non_metal300x250 (7)