Skip to main content

Η Μεγάλη Δευτέρα δεν είναι «απλώς η αρχή» της Μεγάλης Εβδομάδας. Είναι το σημείο όπου σταματάς να κοιτάς το γεγονός και αρχίζεις να κοιτάς τον εαυτό σου μέσα σε αυτό. Η Εκκλησία ξεκινά την Μεγάλη Εβδομάδα με μια μορφή που δεν ανήκει στα Ευαγγέλια αλλά στην Παλαιά Διαθήκη: τον Ιωσήφ, τον «πάγκαλο». Ένα πρόσωπο που προδόθηκε από τους ίδιους του τους αδελφούς, που πουλήθηκε σαν αντικείμενο, που πέρασε από ταπείνωση σε εξουσία και όταν ήρθε η στιγμή να ανταποδώσει, δεν το έκανε. Η αφήγηση αυτή συνδέεται άμεσα με το Πάσχα, καθώς ο Ιωσήφ οδήγησε τελικά τον λαό του Ισραήλ στην αιγυπτιακή γη της Χαναάν, όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη.

Δεν είναι μια ιστορία απλής ηθικής. Είναι κάτι πιο δύσκολο. Είναι το πρώτο, σκληρό ερώτημα της ημέρας.
Όταν έχεις το δικαίωμα να ανταποδώσεις, τι επιλέγεις; Τι σημαίνει να έχεις το δικαίωμα να εκδικηθείς και να μην το χρησιμοποιείς. Ο Ιωσήφ δεν δικαιώνεται μόνο επειδή επιβιώνει, δικαιώνεται επειδή δεν γίνεται ίδιος με αυτούς που τον αδίκησαν. Γι’ αυτό βρίσκεται στην αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας. Όχι ως προοίμιο, αλλά ως καθρέφτης. Η Μεγάλη Δευτέρα δεν μιλά για δικαιοσύνη όπως τη φανταζόμαστε. Μιλά για υπέρβαση. Για το να μην αφήσεις το τραύμα να γίνει χαρακτήρας.

Στην ίδια ημέρα ανήκει και μια από τις πιο σκληρές εικόνες των Ευαγγελίων. Η άκαρπη συκιά. Ο Χριστός πλησιάζει ένα δέντρο που από μακριά δείχνει ζωντανό, γεμάτο φύλλα. Ένα δέντρο γεμάτο φύλλα, χωρίς καρπό. Μια υπόσχεση που δεν πραγματοποιείται. Όταν φτάνει κοντά, δεν βρίσκει τίποτα. Και τότε το καταριέται. Η σκηνή ξενίζει. Δεν έχει την τρυφερότητα άλλων στιγμών. Δεν υπάρχει επιείκεια. Υπάρχει μόνο μια διαπίστωση: κάτι που φαίνεται πλήρες, αλλά δεν είναι, δεν έχει λόγο να συνεχίσει να υπάρχει έτσι.

Η συκιά δεν είναι δέντρο. Είναι κατάσταση. Είναι η ζωή που έχει μορφή αλλά όχι περιεχόμενο. Η πίστη που μένει στην επιφάνεια. Η καθημερινότητα που γεμίζει χρόνο αλλά όχι νόημα. Σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνα, ρόλους και επιφάνειες, η συκιά της Μεγάλης Δευτέρας είναι σχεδόν σύγχρονη. Σε ρωτά, αυτό που δείχνεις υπάρχει στ’ αλήθεια;

Από τη Μεγάλη Δευτέρα και μετά όλα γίνονται πιο αυστηρά. Η νηστεία δεν είναι πια μια γενική ιδέα, αλλά μια πράξη που μπαίνει μέσα στην ημέρα. Χωρίς λάδι, χωρίς ζωικά προϊόντα, με έναν περιορισμό που δεν έχει να κάνει μόνο με το φαγητό. Η λογική δεν είναι η στέρηση. Είναι η μείωση του περιττού. Τα πιάτα είναι απλά: όσπρια, λαχανικά, θαλασσινά. Όχι ως υποκατάστατα, αλλά ως επαναφορά σε κάτι πιο βασικό. Η φασολάδα, οι φακές, ένα πιάτο με χταπόδι ή καλαμάρι δεν είναι «λύσεις». Είναι μέρος ενός ρυθμού που σε τραβάει προς τα μέσα.

Η Μεγάλη Δευτέρα δεν έχει το δράμα των ημερών που θα ακολουθήσουν. Δεν έχει προδοσία, σταύρωση ή Ανάσταση. Έχει κάτι πιο δύσκολο: αρχή. Και κάθε αρχή κουβαλάει μια ευθύνη που δεν φαίνεται αμέσως. Είναι η στιγμή που καλεί τον άνθρωπο να σταματήσει πριν προχωρήσει. Να κοιτάξει τι κουβαλά, τι δείχνει, τι αφήνει πίσω του χωρίς να το καταλαβαίνει. Δεν είναι εντυπωσιακή ημέρα. Δεν είναι «γεγονός».
Αλλά είναι το σημείο από το οποίο όλα αρχίζουν να αποκτούν βάρος.

Non_metal300x250 (7)