Skip to main content

Δεν ζούμε ένα σκάνδαλο. Ζούμε μια αλλαγή γλώσσας. Κάποτε το ρουσφέτι λεγόταν χαμηλόφωνα. Στα τηλέφωνα, στους διαδρόμους, με εκείνη τη μισή φράση που τελείωνε πάντα με ένα «κοίτα να δεις αν γίνεται». Υπήρχε ένα πέπλο. Όχι γιατί δεν γινόταν αλλά γιατί υπήρχε ακόμη η ανάγκη να κρυφτεί. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα να κρυφτεί. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι η αποκάλυψη μιας πρακτικής. Είναι η αποκάλυψη ότι αυτή η πρακτική δεν θεωρείται πλέον πρόβλημα. Ότι μπορεί να ειπωθεί δημόσια, καθαρά, χωρίς δισταγμό. Ότι μπορεί να υπερασπιστεί όχι ως λάθος, αλλά ως κανονικότητα. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει η κλασική πολιτική γραμμή: θεσμοί, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δημοκρατία που δοκιμάζεται. Μια γλώσσα βαριά, σχεδόν θεσμική, που προσπαθεί να κρατήσει τα πράγματα στο επίπεδο της ευθύνης. Από την άλλη, υπάρχει κάτι εντελώς διαφορετικό. Η φράση: «όλοι το κάνουν». Αυτή δεν είναι απλώς υπεράσπιση. Είναι μετατόπιση. Γιατί όταν λες «όλοι το κάνουν», δεν ζητάς συγγνώμη. Δεν εξηγείς. Δεν απολογείσαι. Κάνεις κάτι πιο επικίνδυνο. Επαναπροσδιορίζεις το πλαίσιο. Μετατρέπεις την εξαίρεση σε κανόνα και την ευθύνη σε υποκρισία. Και τότε το παιχνίδι τελειώνει πριν καν αρχίσει.

Το πιο ανησυχητικό σημείο δεν είναι οι καταγγελίες. Είναι ο τόνος. Η απουσία κάθε εσωτερικής σύγκρουσης. Η πλήρης απουσία εκείνης της μικρής παύσης που δείχνει ότι κάτι μέσα σου αναγνωρίζει το όριο. Δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες τέτοιες υποθέσεις, η πρώτη αντίδραση δεν είναι η σιωπή ή η αυτοκριτική. Είναι η υπεκφυγή. Το «δεν προκύπτει κάτι εις βάρος μου». Το «όλα έγιναν νόμιμα». Σαν να έχει χαθεί εντελώς η έννοια του ηθικού βάρους. Σαν να μην υπάρχει καν η ιδέα ότι μπορεί να φταις, ακόμα κι αν δεν σε έχει πιάσει κανείς. Δεν υπάρχει τέτοια παύση. Υπάρχει μόνο βεβαιότητα.

Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολιτικοί δεν γονατίζουν. Είναι ότι δεν καταλαβαίνουν καν γιατί θα έπρεπε.

Το ρουσφέτι, μας λένε, δεν είναι διαφθορά. Είναι «πολιτική διαμεσολάβηση». Είναι μέρος της δημοκρατίας. Είναι αυτό που κάνουν όλοι οι βουλευτές, όλων των κομμάτων, σε όλες τις εποχές. Θεέ μου, οι λέξεις χλανουν κάθε νόημα. Γιατί αν όλα είναι πολιτική, τότε τίποτα δεν είναι κατάχρηση. Αν όλα είναι θεμιτά, τότε δεν υπάρχει όριο. Και αν δεν υπάρχει όριο, τότε η εξουσία δεν χρειάζεται καν να προσποιείται. Απλώς λειτουργεί.

Αυτή είναι η πραγματική μετάβαση. Από την εξουσία που κρύβεται στην εξουσία που εκπαιδεύει. Που σου εξηγεί γιατί αυτό που βλέπεις δεν είναι πρόβλημα. Που σε κοιτάει ευθέως και σου λέει ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος και αν σου φαίνεται λάθος, μάλλον εσύ δεν έχεις καταλάβει. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος.

Γιατί η ντροπή δεν είναι ηθική πολυτέλεια. Είναι μηχανισμός επιβίωσης του συστήματος. Είναι το τελευταίο σημείο στο οποίο η εξουσία αναγνωρίζει ότι δεν είναι απεριόριστη. Ότι υπάρχει κάτι πάνω από αυτήν ένας κανόνας, μια γραμμή, μια ευθύνη. Αν χαθεί αυτό δεν μένει τίποτα. Και σήμερα φαίνεται να χάνεται.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν αυτά. Ούτε στην Ελλάδα ούτε αλλού. Η σημαντική διαφορά είναι ότι δεν επιχειρείται καν να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχει προσπάθεια να ειπωθεί «δεν έγινε». Υπάρχει μόνο το «έτσι γίνεται». Αυτό είναι το νέο αφήγημα. Και κάθε αφήγημα, όταν επαναλαμβάνεται αρκετά, γίνεται πραγματικότητα.

Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις πράξεις της. Κρίνεται και από τη γλώσσα της. Από το τι θεωρεί αποδεκτό, από το τι ονομάζει φυσιολογικό, από το τι επιλέγει να υπερασπιστεί. Σήμερα αυτό που υπερασπίζεται είναι η κανονικοποίηση. Και όταν η κανονικοποίηση αφορά την κατάχρηση, τότε δεν έχουμε απλώς κρίση διαφθοράς. Έχουμε κρίση ορίων.

Η εξουσία χωρίς ταπείνωση είναι κενή. Αλλά η εξουσία χωρίς ντροπή είναι κάτι χειρότερο. Είναι αυτάρκης. Δεν φοβάται την αποκάλυψη, γιατί δεν την αναγνωρίζει ως απειλή. Δεν φοβάται την κριτική, γιατί την έχει ήδη ενσωματώσει ως«υποκρισία». Δεν φοβάται τίποτα, γιατί δεν αναγνωρίζει τίποτα πάνω από αυτήν. Και τότε, το «όλοι το κάνουν» παύει να είναι φράση. Γίνεται σύστημα. Και τα συστήματα δεν καταρρέουν από σκάνδαλα. Καταρρέουν όταν σταματούν να αισθάνονται.

Σήμερα Μεγάλη Πέμπτη, ο Ιερός Νιπτήρας δεν είναι θρησκευτικό φολκλόρ. Είναι πολιτική πράξη σε μια άλλη γλώσσα. Είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που έχει απόλυτη εξουσία και επιλέγει να γονατίσει. Όχι γιατί πρέπει. Αλλά γιατί έτσι ορίζει τη σχέση του με τους άλλους. Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολιτικοί δεν γονατίζουν. Είναι ότι δεν καταλαβαίνουν καν γιατί θα έπρεπε.

Και έτσι, κάθε σκάνδαλο μοιάζει με επανάληψη. Όχι γιατί δεν αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλά γιατί δεν αλλάζει ο πυρήνας. Η ίδια αλαζονεία. Η ίδια απουσία βάρους. Η ίδια πεποίθηση ότι η εξουσία είναι κάτι που σου ανήκει.

Φίλε, δεν σου ανήκει η εξουσία. Σου δίνεται προσωρινά. Και μόνο αν αντέχεις να σκύψεις. Αλλιώς μένει άδεια. Και σε εκθέτει. Σιωπηλά. Και ολοκληρωτικά.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.