Τέτοιες μέρες μου έρχονται στη μνήμη εικόνες από το Πάσχα που πέρασα σε διαφορετικές γωνιές της Ελλάδας όχι σαν ταξίδια, αλλά σαν μικρές στιγμές που άνοιξαν και έκλεισαν χωρίς να ολοκληρωθούν ποτέ πραγματικά. Οι αναμνήσεις δεν έρχονται σε σειρά. Δεν στέκονται υπάκουα η μία πίσω από την άλλη. Επιστρέφουν αποσπασματικά, σαν φως που αλλάζει πάνω σε γνώριμα αντικείμενα Ένας ήχος που σπάει τη σιωπή, μια πόρτα που ανοίγει, μια πομπή που περνά και σε παίρνει μαζί της χωρίς να σε ρωτήσει.
Στη Ρόδο το Πάσχα είχε διάρκεια. Η Παναγιά η Σκιαδενή δεν εμφανίστηκε ως γεγονός αλλά ως διαδρομή. Την ακολούθησα χωρίς να το αποφασίσω, μέσα από χωριά που έμοιαζαν να περιμένουν την άφιξή της με έναν τρόπο σχεδόν ήσυχο, σχεδόν οικείο. Οι αυλές άνοιγαν, οι άνθρωποι έβγαιναν στο κατώφλι, κάποιος σταυροκοπιόταν, κάποιος άλλος απλώς στεκόταν. Δεν υπήρχε τίποτα να «δει» κανείς με την έννοια του θεάματος. Κι όμως κάτι συνέβαινε. Μια αόρατη γραμμή που ένωνε σπίτια, πρόσωπα, βλέμματα. Σε εκείνη τη γραμμή βρέθηκα κι εγώ για λίγο, χωρίς να ξέρω πότε ακριβώς μπήκα. Μάλλον στα νησιά το Πάσχα δεν σου παρουσιάζεται. Σε ενσωματώνει.

Το ίδιο συνέβη και στο τραπέζι λίγες μέρες μετά. Το κατσικάκι είχε μείνει ώρες στον φούρνο σαν να δούλευε μόνο του πάνω στον χρόνο. Όταν άνοιξε το καπάκι, δεν ήταν απλώς μια μυρωδιά που απλώθηκε. Ήταν η απόδειξη ότι κάτι είχε συμβεί χωρίς να το παρακολουθείς. Το φαγητό δεν ζητούσε προσοχή. Ζητούσε παρουσία. Καθίσαμε χωρίς πολλές κουβέντες. Ένας άνθρωπος που δεν γνώριζα μου γέμισε το ποτήρι. Δεν υπήρχε ερώτηση ούτε ανάγκη για συστάσεις. Η στιγμή ήταν ήδη πλήρης.
Στην Πάτμο η κίνηση έδωσε τη θέση της στη σιωπή. Η τελετή του Νιπτήρα δεν είχε τίποτα το εντυπωσιακό και ίσως γι’ αυτό λειτουργούσε τόσο βαθιά στη ψυχή μου. Έβλεπα μια πράξη να επαναλαμβάνεται με ακρίβεια, σχεδόν ταπεινά, και σιγά-σιγά καταλάβαινα ότι δεν ήμουν έξω από αυτήν. Η απόσταση ανάμεσα σε παρατηρητή και συμμετέχοντα άρχισε να θολώνει, μέχρι που έπαψε να έχει σημασία. Κι ύστερα, χωρίς προειδοποίηση, το σκηνικό άλλαξε. Στην Κάλυμνο, η Ανάσταση έβγαινε προς τα έξω, σε εκρήξεις, σε φως, σε φωνές που έσπαγαν τη νύχτα. Στην αρχή ένιωσα ξένη σε αυτή την ένταση. Μετά, κάτι άλλαξε. Δεν προσπάθησα να την καταλάβω. Την άφησα να με διαπεράσει όπως κάνει ένας δυνατός ήχος που δεν μπορείς να αποφύγεις.

Στη Σύμη, η ένταση αυτή έδωσε τη θέση της σε κάτι πιο αργό. Η πορεία προς τον Πανορμίτη δεν ήταν απλώς μια διαδρομή. Ήταν μια διαδικασία που δεν βιαζόταν να φτάσει κάπου. Οι άνθρωποι περπατούσαν σαν να γνώριζαν ότι ο χρόνος εκεί δεν μετριέται με τον ίδιο τρόπο. Σκέφτηκα ότι ίσως το Πάσχα σε αυτό εδώ το μέρος δεν είναι φτάσεις τελικά κάπου, αλλά η διαδρομή.
Στη Σύρο, η μνήμη μένει σε μια πλατεία. Οι Επιτάφιοι συναντήθηκαν χωρίς να διεκδικήσουν χώρο. Δύο παραδόσεις, δύο ρυθμοί, που για λίγα λεπτά συνυπήρξαν χωρίς να χρειαστεί να εξηγηθούν. Δεν υπήρχε ένταση, ούτε κορύφωση. Μόνο μια σπάνια αίσθηση ισορροπίας, καθολικών και ορθοδόξων, σαν να είχε βρεθεί για λίγο μια κοινή γλώσσα.

Στη Σαντορίνη το Πάσχα έγινε φως. Στον Πύργο τα λυχναράκια άναψαν σταδιακά, μέχρι που το χωριό μετατράπηκε σε ένα ζωντανό περίγραμμα. Περπατούσα μέσα σε αυτό χωρίς να βιάζομαι, σαν να ήξερα ότι αν κινηθώ πιο γρήγορα, θα χάσω κάτι που δεν θα μπορέσω να ξαναδώ. Το φως εκεί δεν εντυπωσίαζε σε μάγευε.
Στη Νάξο όλα κατέληγαν στη γη. Στο τραπέζι, στο φαγητό, στη σιωπή που υπάρχει όταν οι άνθρωποι μοιράζονται κάτι χωρίς να το σχολιάζουν. Το κατσικάκι, το κρασί, όλα έμοιαζαν να ανήκουν σε έναν ρυθμό που δεν χρειάζεται εξήγηση για να λειτουργήσει. Σε μικρότερα νησιά όπως η Δονούσα, η εμπειρία είναι πνευματική. Η διαδρομή προς την εκκλησία μέσα στο σκοτάδι, τα λίγα φώτα, οι σκιές των ανθρώπων που κινούνται μαζί. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό. Όταν έφτασα, δεν ένιωθα ότι άρχιζε κάτι. Ένιωθα ότι ολοκληρωνόταν κάτι άλλο, που δεν μπορούσα να το περιγράψω.
Και μετά άλλες εικόνες, από αλλού. Η Κέρκυρα που σπάει σε κομμάτια το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Η Χίος που φωτίζει τη νύχτα με έναν τρόπο σχεδόν ανεξέλεγκτο. Η Ύδρα που κατεβάζει τον Επιτάφιο στη θάλασσα και αφήνει το νερό να πει όσα δεν λέγονται. Η Σκιάθος που δεν τελειώνει τη νύχτα όταν πρέπει, αλλά τη συνεχίζει μέχρι το φως. Όλα αυτά δεν ενώνονται εύκολα. Δεν φτιάχνουν μια καθαρή αφήγηση. Αφήνουν όμως κάτι πίσω.
Μια αίσθηση ότι το Πάσχα στην Ελλάδα δεν είναι ένα γεγονός που παρακολουθείς από απόσταση. Είναι μια κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεσαι άλλοτε χωρίς να το θέλεις, άλλοτε χωρίς να το καταλάβεις. Και κάθε φορά που προσπαθώ να το θυμηθώ ολόκληρο κάτι ξεφεύγει.
Ίσως γιατί δεν ήταν ποτέ ολόκληρο. Ίσως γιατί αυτό που μένει δεν είναι οι εικόνες, αλλά εκείνη η ανεπαίσθητη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι έχεις ήδη περάσει, έστω για λίγο, μέσα από κάτι που δεν μπορείς να επαναλάβεις με τον ίδιο τρόπο.





