Στη Μαρμπέγια, κάπου στα τέλη των ’90s, ο Prince στέκεται δίπλα σε μια πισίνα και περιμένει. Δεν ποζάρει. Δεν δίνει οδηγίες. Δεν «παίζει» τον Prince. Ο φωτογράφος διστάζει να μπει στο νερό για να μη χαλάσει την κάμερα και εκείνος απλώς τον κοιτάζει. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο άνθρωπος που έχτισε μια καριέρα πάνω στον απόλυτο έλεγχο της εικόνας του αφήνει τη στιγμή να μείνει ανοργάνωτη. Και αυτό είναι ίσως το πιο σπάνιο καρέ από όλα. Αυτή η εκδοχή του Prince αποτυπώνεται στο «Prince: The Two-Volume Special Edition», μιας έκδοσης που συγκεντρώνει περισσότερες από 570 φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του Steve Parke. Όχι ενός φωτογράφου, αλλά ενός ανθρώπου που έζησε δίπλα στον Prince για πάνω από μια δεκαετία ως art director στο Paisley Park, συνεργάτης και συνομιλητής.

Το Paisley Park δεν ήταν απλώς ένα στούντιο. Ήταν ένας χώρος απομόνωσης και ελευθερίας μαζί, ένα είδος δημιουργικού εργαστηρίου όπου ο Prince μπορούσε να αποσυνδεθεί από τον ίδιο του τον μύθο. Εκεί, οι φωτογραφίες δεν είχαν απαραίτητα λόγο ύπαρξης. Δεν υπήρχε deadline ούτε concept. Ο Parke τραβούσε εικόνες επειδή μπορούσε και ο Prince υπήρχε μέσα σε αυτές χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Αυτό που κάνει τις συγκεκριμένες φωτογραφίες να ξεχωρίζουν δεν είναι η αισθητική τους τελειότητα. Είναι η απουσία πρόθεσης. Το Paisley Park δεν ήταν απλώς ένα στούντιο. Ήταν ένας χώρος απομόνωσης και ελευθερίας μαζί, ένα δημιουργικό εργαστήριο όπου ο Prince μπορούσε να αποσυνδεθεί από τον ίδιο του τον μύθο. Εκεί, οι φωτογραφίες δεν είχαν απαραίτητα λόγο ύπαρξης. Δεν υπήρχε deadline, ούτε concept. Ο Parke τραβούσε εικόνες επειδή μπορούσε — και ο Prince υπήρχε μέσα σε αυτές χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Αυτό που κάνει τις συγκεκριμένες φωτογραφίες να ξεχωρίζουν δεν είναι η αισθητική τους τελειότητα. Είναι η απουσία πρόθεσης. Σε μια εποχή που κάθε εικόνα είναι προσεκτικά σκηνοθετημένη, τα καρέ αυτά μοιάζουν σχεδόν αυθόρμητα. Είναι προϊόν μιας αλλαγής εποχής που τα πρώτα ψηφιακά μέσα επέτρεψαν κάτι που μέχρι τότε κόστιζε, την ελευθερία του «δοκιμάζω χωρίς συνέπειες». Ο Prince αλλάζει ρούχα, μαλλιά, διαθέσεις μέσα στην ίδια μέρα. Περνά από τη μία εκδοχή του εαυτού του στην άλλη χωρίς να χρειάζεται να καταλήξει κάπου. Ανάμεσα σε δοκιμές και μεταμορφώσεις, ο Prince δεν είναι ούτε performer ούτε icon. Είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει. Και αυτή η αναζήτηση, συνήθως αόρατη στο κοινό, δίνει στις εικόνες μια ένταση που δεν προκύπτει από τη σκηνοθεσία, αλλά από την απουσία της.


Υπάρχουν βέβαια και οι σιγμές που έχουν συναισθηματικό τόνο. Ένα playground μπροστά από το στούντιο, σχεδιασμένο για ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ. Εκεί κάτι αλλάζει. Ο Prince γίνεται πιο σιωπηλός σχεδόν απόμακρος. Η κάμερα δεν επιμένει απλώς αποτυπώνει. Και αυτό που αποτυπώνεται δεν είναι μόνο εικόνα, αλλά η αίσθηση ότι ακόμη και μέσα στο πιο ελεγχόμενο περιβάλλον, υπάρχουν στιγμές που δεν διαχειρίζονται.

Σε άλλες φωτογραφίες τον βλέπουμε να περνά από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις. Goth στοιχεία, έντονα χρώματα, διαφορετικές εκδοχές του ίδιου σώματος. Δεν πρόκειται για styling. Είναι μια διαδικασία δοκιμής μια συνεχής διαπραγμάτευση με το πώς θέλει να υπάρχει. Πολλές από αυτές τις εικόνες δεν προορίζονταν ποτέ να δημοσιευτούν. Δεν υπήρχε αφήγημα να υπηρετήσουν. Δεν υπήρχε κοινό να τις περιμένει. Και ακριβώς γι’ αυτό σήμερα αποκτούν ένα βάρος που καμία «επίσημη» φωτογράφιση δεν θα μπορούσε να έχει. Δεν είναι εικόνες για να πείσουν. Είναι εικόνες που απλώς συνέβησαν.
Ο Steve Parke, επιλέγοντας το υλικό μέσα από το προσωπικό του αρχείο, δεν προσπαθεί να ξαναγράψει την ιστορία του Prince. Δεν τον εξηγεί. Δεν τον αποδομεί. Απλώς αφήνει τις εικόνες να δείξουν την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έμαθε να υπάρχει ως μύθος. Σε μια εποχή όπου οι καλλιτέχνες επιμελούνται με ακρίβεια κάθε τους εμφάνιση, αυτές οι φωτογραφίες μοιάζουν με αποκαλύψεις. Μικρές, ανεξέλεγκτες στιγμές που δεν πέρασαν από φίλτρο. Και μέσα από αυτές ο Prince γίνεται ξανά απρόβλεπτος, όχι επειδή το επιδιώκει αλλά επειδή δεν το ελέγχει. Στις στιγμές που δεν είχαν σκοπό να μείνουν βρίσκεται τελικά η πιο ειλικρινής εκδοχή του




