Skip to main content

Στην αρχή μοιάζει με μια ακόμη σκηνή από τη σύγχρονη καθημερινότητα. Ένα ζευγάρι αδειάζει τα ντουλάπια της κουζίνας του. Πλαστικά δοχεία, κουτάλες, επιφάνειες κοπής, όλα καταλήγουν σε σακούλες σκουπιδιών. Όχι γιατί άλλαξαν διατροφή. Ούτε γιατί μετακόμισαν. Αλλά γιατί ανάμεσα σε ένα επεισόδιο και ένα autoplay επόμενο, το Netflix τους έπεισε ότι ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούν να κάνουν παιδί.

Το The Plastic Detox δεν είναι ακριβώς ντοκιμαντέρ. Είναι κάτι πιο ύπουλο. Είναι μια δραματοποιημένη υπόσχεση ότι η γονιμότητα, ένα από τα πιο σύνθετα ανθρώπινα ζητήματα, μπορεί να εξηγηθεί, να απλοποιηθεί και τελικά να «διορθωθεί» μέσα από μια lifestyle παρέμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση την εξάλειψη του πλαστικού. Η υπόθεση είναι απλή και γι’ αυτό είναι τόσο ισχυρή. Τα μικροπλαστικά που έχουν εισβάλει στην καθημερινότητά μας επηρεάζουν τις ορμόνες, μειώνουν τον αριθμό σπερματοζωαρίων και οδηγούν σε μια παγκόσμια κρίση γονιμότητας. Αν τα αφαιρέσεις από τη ζωή σου, ίσως καταφέρεις αυτό που μέχρι τώρα έμοιαζε αδύνατο. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η σειρά λέει ψέματα. Είναι ότι λέει μια ιστορία που μοιάζει αληθινή.

Ναι, τα μικροπλαστικά υπάρχουν. Ναι, οι μελέτες δείχνουν μια ανησυχητική πτώση στον αριθμό σπερματοζωαρίων παγκοσμίως. Αλλά κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο «ναι», η σειρά κάνει το άλμα από τη συσχέτιση στην αιτιότητα. Και εκεί ακριβώς ξεκινά η μυθολογία. Η επιστήμη της γονιμότητας δεν λειτουργεί σαν εξίσωση με μία λύση. Δεν υπάρχει ένας λόγος που εξηγεί τα πάντα. Περιλαμβάνει ηλικία, γενετική, τρόπο ζωής, περιβαλλοντικούς παράγοντες, ακόμη και θερμοκρασία. Η ιδέα ότι ένα και μόνο στοιχείο – το πλαστικό – μπορεί να εξηγήσει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου σώματος δεν είναι υπεραπλουστευμένη. Είναι βολική. Και το Netflix ξέρει πολύ καλά τι κάνει με τις βολικές ιστορίες.

Στον κόσμο της σύγχρονης ευεξίας η αβεβαιότητα δεν πουλάει. Ο φόβος όμως που συνοδεύεται από μια υποσχόμενη λύση πουλάει πολύ. Το The Plastic Detox δεν είναι παρά η φυσική συνέχεια μιας βιομηχανίας που έχει μάθει να μετατρέπει την ανησυχία σε προϊόν. Αποτοξινώσεις, υπερτροφές, πρακτικές ευεξίας, μικρές καθημερινές “ιεροτελεστίες”. Τώρα στη λίστα προστίθεται και η αναπαραγωγή.

Η ειρωνεία είναι σχεδόν σκληρή. Σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι κάνουν παιδιά όλο και αργότερα, όχι από επιλογή πάντα, αλλά από οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, εμφανίζεται μια αφήγηση που μεταθέτει την ευθύνη σε κάτι που μπορείς να ελέγξεις άμεσα. Το σπίτι σου, η κουζίνα σου, τα αντικείμενά σου. Αντί να κοιτάξεις το σύστημα, κοιτάς το τάπερ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιβάλλον δεν παίζει ρόλο. Ούτε ότι η έκθεση σε χημικές ουσίες είναι αθώα. Αλλά η μετατροπή ενός πιθανού παράγοντα σε απόλυτη εξήγηση δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Και η ψευδαίσθηση αυτή είναι βαθιά καθησυχαστική. Ίσως γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά. Οι θεατές δεν παρακολουθούν απλώς πέντε ζευγάρια που προσπαθούν να συλλάβουν. Παρακολουθούν τον εαυτό τους. Τις δικές τους ανησυχίες. Το άγχος για το μέλλον, για το σώμα, για τον χρόνο που περνά. Και όταν στο τέλος της αφήγησης εμφανίζεται η επιτυχία – τρία από τα ζευγάρια αποκτούν παιδί – η ιστορία ολοκληρώνεται όπως πρέπει: με ελπίδα.

Μόνο που η ελπίδα δεν βασίζεται σε αποδείξεις. Δεν χρειάζεται να είναι επιστημονικά ακριβής για να είναι πειστική. Αρκεί να είναι συναισθηματικά ακριβής. Να αγγίζει έναν φόβο που ήδη υπάρχει και να του δίνει μορφή. Και εκεί βρίσκεται η πραγματική της δύναμη. Όχι στο τι λέει για τα μικροπλαστικά. Αλλά στο τι αποκαλύπτει για εμάς, μια κοινωνία που έχει αρχίσει να εμπιστεύεται περισσότερο το storytelling από την επιστήμη. Που προτιμά μια καθαρή αφήγηση από μια σύνθετη αλήθεια. Που θέλει να πιστέψει ότι υπάρχει ένα κουμπί που μπορεί να εξηγήσει τα πάντα.

Στο τέλος το ερώτημα δεν είναι αν το πλαστικό επηρεάζει τη γονιμότητα. Είναι αν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε ότι ίσως δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Και αυτό είναι κάτι που κανένα ντοκιμαντέρ δεν μπορεί να πουλήσει.