Skip to main content

Υπάρχει ένα σημείο σε κάθε πολιτική κρίση όπου η αλήθεια θα μπορούσε έστω για λίγο, να μπει στο δωμάτιο της εξουσίας. Σχεδόν όμως πάντα μένει έξω από αυτό. Η επιστολή παραίτησης του Μακάριου Λαζαρίδη είναι ένα τέτοιο κείμενο. Όχι γιατί λέει κάτι ανακριβές, αλλά γιατί αποφεύγει να αγγίξει το σημείο που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να μοιάζει με συγγνώμη. Ούτε καν μια σκιά επίγνωσης. Και αυτό μοιάζει περισσότερο με συνειδητή επιλογή παρά με αβλεψία.

Το κείμενο ξεκινά με την επίκληση της προσωπικής ηθικής: εντιμότητα, αξιοπρέπεια, οικογένεια. Είναι μια κλασική μετατόπιση από το συγκεκριμένο στο γενικό. Από το ερώτημα «τι ακριβώς συνέβη;» στο πιο βολικό «ποιος είμαι εγώ ως άνθρωπος;». Μόνο που η πολιτική ευθύνη δεν κρίνεται από το σύνολο της ζωής, αλλά από το συγκεκριμένο σημείο που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το αν κάποιος πορεύτηκε«με εντιμότητα» δεν απαντά στο αν υπάρχει πρόβλημα σε μια υπόθεση που επανέρχεται, συζητιέται και τελικά οδηγεί σε παραίτηση. Αντί να φωτίσει το επίμαχο θέμα, η επιστολή το σκεπάζει με μια γενική αυτοβιογραφική ηθική.

Στη συνέχεια έρχεται η πολιτική διαδρομή: οι αγώνες, η πίστη στη Νέα Δημοκρατία, η σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Πρόκειται για μια δεύτερη μετατόπιση, αυτή τη φορά προς τη νομιμοποίηση μέσω πορείας. Σαν να υπονοείται ότι η διάρκεια και η προσφορά λειτουργούν ως απάντηση στο παρόν. Όμως η πολιτική διαδρομή δεν ακυρώνει ένα ερώτημα, απλώς το πλαισιώνει. Δεν δίνει απάντηση. Το αφήνει να αιωρείται πίσω από μια αφήγηση συνέπειας και αφοσίωσης, κάτι που λειτουργεί περισσότερο ως αντιπερισπασμός παρά ως εξήγηση

Έπειτα εμφανίζεται η επιθετική γλώσσα: «τοξική αντιπολίτευση», «λάσπη», «συκοφαντία». Εδώ το κείμενο αλλάζει ρόλο. Από απολογισμός γίνεται άμυνα και από άμυνα επίθεση. Το κέντρο βάρους μετακινείται ξανά, από το τι ελέγχεται, στο ποιος ελέγχει. Είναι ένα γνώριμο μοτίβο της σύγχρονης πολιτικής ρητορικής. Αντί να απαντάς στο περιεχόμενο της κριτικής, αποδομείς την πηγή της. Μόνο που αυτή η αντιστροφή δεν αναιρεί το αρχικό ερώτημα. Το αφήνει αναπάντητο ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να το υποβαθμίσει σε «πολιτικό παιχνίδι».

Και τότε έρχεται η φράση που αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα μοιάζει να λέει: η παραίτηση «για να διαφυλαχθεί το έργο της κυβέρνησης». Μέσα σε αυτή τη πρόταση υπάρχει η πιο καθαρή παραδοχή του κειμένου. Αν δεν υπήρχε ζήτημα δεν θα υπήρχε λόγος να προστατευτεί τίποτα. Αν όλα ήταν απλώς «λάσπη» δεν θα απαιτούνταν καμία αποχώρηση. Η ίδια η πράξη της παραίτησης αναιρεί έστω σιωπηρά, την απόλυτη βεβαιότητα της προηγούμενης επιχειρηματολογίας. Υπάρχει πρόβλημα αρκετά σοβαρό ώστε να χρειάζεται εκτόνωση.

Το βασικό ερώτημα όμως ερώτημα επιμένει: γιατί δεν υπάρχει ούτε μία συγγνώμη; Η απάντηση δεν είναι ηθική είναι λειτουργική. Η συγγνώμη είναι παραδοχή ευθύνης. Και η παραδοχή ευθύνης ανοίγει σημεία τριβής: νομικά, πολιτικά, επικοινωνιακά. Διαλύει το αφήγημα της πλήρους αθωότητας, στερεί από το σύστημα τη δυνατότητα να σε παρουσιάσει αποκλειστικά ως θύμα και το σημαντικότερο δημιουργεί προηγούμενο. Σε ένα περιβάλλον όπου η εικόνα πρέπει να μείνει συμπαγής, η συγγνώμη δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ρίσκο.

Η επιστολή παραίτησης δεν λειτουργεί ως εξήγηση αλλά ως εργαλείο διαχείρισης. Προστατεύει την προσωπική εικόνα, διατηρεί την πολιτική ταυτότητα άθικτη και ταυτόχρονα επιτρέπει στο σύστημα να κλείσει το θέμα χωρίς να παραδεχτεί ότι υπήρξε λάθος. Είναι ένα κείμενο που λέει πολλά, αλλά όχι αυτό που περιμένει να ακούσει ένας πολίτης όταν κάτι πάει στραβά.

Και γι’ αυτό αφήνει ένα παράξενο κενό. Όχι επειδή λείπουν τα επιχειρήματα, αλλά επειδή λείπει η πιο απλή ανθρώπινη κίνηση. Μια καθαρή συγγνώμη. Σε μια πολιτική κουλτούρα που φοβάται την παραδοχή περισσότερο από το ίδιο το λάθος, αυτή η απουσία δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο κανόνας.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.