Υπάρχει μια λέξη που στην ελληνική πολιτική ακούγεται πιο σπάνια κι από την αλήθεια: συγγνώμη. Όχι γιατί δεν χρειάζεται. Αλλά γιατί δεν χωράει. Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, η χώρα έχει δει δεκάδες, πιθανότατα πάνω από εκατό, παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών. Κυβερνήσεις αλλάζουν, πρόσωπα ανεβαίνουν και πέφτουν, σκάνδαλα ξεσπούν και σβήνουν και το ίδιο τελετουργικό επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Mια δήλωση, μια φράση περί «διευκόλυνσης του έργου της κυβέρνησης», ένα ευχαριστώ προς τον πρωθυπουργό και μετά σιωπή. Αυτό που δεν ακούγεται ποτέ είναι το προφανές. Ένα «έκανα λάθος».
Η παραίτηση στην Ελλάδα δεν είναι πράξη ευθύνης. Είναι μηχανισμός εκτόνωσης. Δεν έρχεται όταν αποκαλύπτεται το πρόβλημα αλλά όταν το πρόβλημα παύει να είναι διαχειρίσιμο. Όσο η υπόθεση μπορεί να χωρέσει σε πάνελ, να σπάσει σε ατάκες, να γίνει φασαρία χωρίς συνέπειες το σύστημα αντέχει. Όταν όμως αρχίζει να ξεφεύγει, όταν περνά από το «πολιτική αντιπαράθεση» στο «αυτό κοστίζει», τότε ενεργοποιείται η έξοδος. Όχι ως παραδοχή αλλά ως τεχνική λύση.
Γι’ αυτό και οι επιστολές παραίτησης μοιάζουν τόσο ίδιες σαν να γράφτηκαν από το ίδιο χέρι. Επίκληση προσωπικής εντιμότητας, αναδρομή στην πολιτική διαδρομή, επίθεση σε «τοξική αντιπολίτευση», και στο τέλος η κρίσιμη φράση: «παραιτούμαι για να προστατεύσω το έργο της κυβέρνησης». Είναι ένα κείμενο που λέει τα πάντα εκτός από αυτό που ενδιαφέρει. Δεν εξηγεί τι συνέβη. Δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Δεν ανοίγει καμία χαραμάδα αμφιβολίας. Είναι περισότερο μια άσκηση διαχείρισης εικόνας και όχι μια στιγμή ειλικρίνειας.
Αυτό είναι το πιο σταθερό χαρακτηριστικό του πολιτικού μας συστήματος. Η ευθύνη είναι πάντα απρόσωπη. Δεν ανήκει σε κάποιον συγκεκριμένο. Διαχέεται, θολώνει, μετατρέπεται σε συλλογική αοριστία μέχρι να χαθεί. Ο παραιτηθείς δεν φεύγει ως υπαίτιος, αλλά ως κάποιος που «θυσιάζεται» για να συνεχιστεί η ομαλότητα. Το σύστημα δεν παραδέχεται ότι έκανε λάθος. Απλώς αντικαθιστά το κομμάτι που δεν δουλεύει.
Την ίδια στιγμή η δημόσια συζήτηση για την «τοξικότητα» του λόγου, όπως επανήλθε πρόσφατα μέσα από το κυριακάτικο μήνυμα του πρωθυπουργού, ανοίγει ένα παράλληλο εξίσου κρίσιμο ζήτημα. Η ευθύνη στον δημόσιο λόγο. Η αναφορά σε ψευδείς ειδήσεις και σε έναν λόγο που συχνά ξεφεύγει από τα όρια της τεκμηρίωσης δεν είναι καινούργια. Το ερώτημα όμως παραμένει το ίδιο: ποιο είναι το τίμημα;
Γιατί αν η πολιτική δείχνει να δυσκολεύεται να αναλάβει ευθύνη, ένα μέρος του μιντιακού τοπίου μοιάζει να λειτουργεί με ακόμη λιγότερους περιορισμούς. Κατηγορίες διατυπώνονται, εντυπώσεις δημιουργούνται και η αποκατάσταση, όταν έρχεται, είναι συνήθως αργή και δυσανάλογη σε σχέση με την αρχική επίδραση. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της ελευθερίας του Τύπου. Την κάνει πιο απαιτητική. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν είναι ελευθερία, είναι κενό.
Δυστυχώς το πρόβλημα γίνεται διπλό. Από τη μία, μια πολιτική που αποφεύγει τη συγγνώμη. Από την άλλη, ένας δημόσιος λόγος που σπάνια λογοδοτεί. Στη συνάντηση αυτών των δύο, η έννοια της ευθύνης χάνει το έδαφός της. Η απουσία της συγγνώμης παύει να είναι λεπτομέρεια. Γίνεται σύμπτωμα. Γιατί μια συγγνώμη δεν είναι απλώς μια λέξη ευγένειας. Είναι αναγνώριση ευθύνης, αποδοχή ότι κάτι πήγε στραβά και ότι κάποιος λογοδοτεί γι’ αυτό. Σε ένα σύστημα που λειτουργεί με όρους διαχείρισης εικόνας, αυτή η αναγνώριση είναι επικίνδυνη. Δημιουργεί προηγούμενο γι’ αυτό και αποφεύγεται.
Έτσι φτάνουμε σε ένα παράδοξο. Μια πολιτική σκηνή όπου η έξοδος είναι εύκολη, αλλά η παραδοχή αδύνατη. Και μια κοινωνία που έχει μάθει να παρακολουθεί αυτό το θέατρο χωρίς να περιμένει τίποτα περισσότερο από το επόμενο επεισόδιο. Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι ότι δεν λέγεται η λέξη «συγγνώμη». Είναι ότι δεν την περιμένει κανείς. Και όταν μια κοινωνία σταματά να περιμένει την ευθύνη, τότε η απουσία της παύει να σοκάρει. Γίνεται κανονικότητα. Και τότε η πολιτική δεν αποτυγχάνει απλώς να διορθωθεί, σταματά να το προσπαθεί.
Στην αρχαία Αθήνα και τη Σπάρτη, η συγγνώμη με τη σημερινή έννοια δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί. Ο υπαίτιος ζητούσε έλεος, όχι για να αποφύγει τις συνέπειες, αλλά για να περιοριστούν. Η ιδέα ενός αδικήματος χωρίς τίμημα ήταν ξένη. Όχι από σκληρότητα, αλλά από μια αντίληψη δικαιοσύνης απέναντι σε όσους τηρούσαν τους κανόνες.
Σήμερα αυτό το καθήκον απέναντι σε εκείνους που ακολουθούν τους κανόνες της δημοκρατίας και της ισονομίας μοιάζει να έχει αμβλυνθεί. Ακόμη και από εκείνους που εμφανίζονται ως φορείς ηθικής υπεροχής μέχρι τη στιγμή που οι ίδιες τους οι πράξεις τους διαψεύδουν.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.




