Στις 21 Απριλίου 2016 ο κόσμος δεν έχασε απλώς έναν μουσικό. Έχασε έναν τρόπο να φαντάζεται τι μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης όταν δεν δέχεται να περιοριστεί από τίποτα. Δέκα χρόνια μετά, αυτή η απουσία δεν είναι ανάμνηση. Έχει αλλάξει μορφή. Έχει γίνει κάτι πιο δύσκολο να περιγραφεί, αλλά αμέσως αναγνωρίσιμο: ένα κενό που ακούγεται. Ο Prince Rogers Nelson δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος. Υπήρξε μια κατηγορία από μόνος του. Γεννημένος το 1958 στη Μινεάπολη, σε ένα σπίτι όπου η μουσική ήταν ατμόσφαιρα, μεγάλωσε σαν να είχε από νωρίς καταλάβει ότι η τέχνη δεν είναι επάγγελμα αλλά τρόπος ύπαρξης. Ο πατέρας του ήταν μουσικός, η μητέρα του τραγουδίστρια, κι εκείνος απορρόφησε από νωρίς την ιδέα ότι ο ήχος δεν είναι κάτι που απλώς ακούς, αλλά κάτι μέσα στο οποίο ζεις. Πριν καλά καλά ενηλικιωθεί ήξερε ήδη τι ήθελε: όχι απλώς να γράψει τραγούδια, αλλά να χτίσει έναν κόσμο που δεν θα χρειαζόταν άδεια από κανέναν.

Αυτό φάνηκε από την αρχή. Όταν υπέγραψε με τη Warner στα τέλη της δεκαετίας του ’70, δεν παρουσιάστηκε ως ακόμη ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός καλλιτέχνης. Συμπεριφέρθηκε σαν δημιουργός που ήξερε ήδη την αξία της αυτονομίας του. Το πρώτο του άλμπουμ, το For You, ήταν κάτι περισσότερο από ντεμπούτο. Ήταν σχεδόν μανιφέστο. Έπαιζε σχεδόν τα πάντα μόνος του, λες και ήθελε να ξεκαθαρίσει από τόσο νωρίς ότι ο κόσμος του θα είχε μία υπογραφή. Αυτό δεν ήταν απλώς τεχνική δεξιοτεχνία. Ήταν μια βαθιά πίστη στην ιδέα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο πάνω στο έργο του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Prince δεν αρκέστηκε στο να γίνει επιτυχημένος. Έκανε κάτι πιο σπάνιο: μετέτρεψε την επιτυχία σε προσωπική μυθολογία. Με το 1999 άνοιξε διάπλατα την πόρτα της αναγνώρισης, αλλά με το Purple Rain το 1984 έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Δεν έβγαλε απλώς έναν δίσκο που πούλησε εκατομμύρια. Έφτιαξε ένα σύμπαν. Ταινία, εικόνα, αφήγηση, σκηνική περσόνα, τραγούδια που έμοιαζαν να έρχονται από πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Όλα ενώθηκαν σε ένα έργο που δεν σε καλούσε απλώς να το ακούσεις, αλλά να κατοικήσεις μέσα του. Το Purple Rain έγινε παγκόσμιο φαινόμενο επειδή δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν μια πρόταση ταυτότητας για όσους ένιωθαν ότι δεν χωρούν στα προκατασκευασμένα σχήματα του κόσμου.

Κι όμως, ο Prince δεν έμοιαζε ποτέ πραγματικά άνετος μέσα στην ίδια του τη θριαμβευτική εικόνα. Εκεί που οι περισσότεροι σταρ χτίζουν μια περσόνα και την προστατεύουν μέχρι εξαντλήσεως, εκείνος την υπονόμευε διαρκώς. Αν το Purple Rain τον έκανε παγκόσμιο σύμβολο, οι επόμενες κινήσεις του έδειξαν ότι δεν τον ενδιέφερε να γίνει μνημείο. Τον ενδιέφερε να παραμείνει απρόβλεπτος. Άλλαζε ήχο, κατεύθυνση, αισθητική, συμμαχίες, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να τον αποκαλούν. Κανείς δεν μπορούσε να του κολλήσει με άνεση μια ταμπέλα, γιατί ο ίδιος φρόντιζε να μετακινείται πριν καν στεγνώσει η κόλλα.
Αυτό ήταν μέρος της γοητείας του αλλά όχι όλη η γοητεία του. Ο Prince είχε κάτι σπανιότερο από ομορφιά ή στιλ. Είχε μια μορφή παρουσίας που δεν χωρούσε εύκολα στις κλασικές κατηγορίες του sex symbol. Άλλοι καλλιτέχνες εξέπεμπαν επιθυμία. Ο Prince την επαναπροσδιόριζε. Δεν ήταν απλώς ερωτικός, ήταν σαν να επινοούσε εκ νέου το έδαφος πάνω στο οποίο κινείται η ίδια η επιθυμία. Δεν ζητούσε να τον κοιτάξεις. Σου υπαγόρευε έναν καινούργιο τρόπο να κοιτάς. Στον κόσμο του το φύλο, ο ρόλος, η σκηνική στάση, η τρυφερότητα και η πρόκληση δεν ήταν αντίθετα μεταξύ τους. Ήταν υλικά στο ίδιο εργαστήριο.
Γι’ αυτό και η σεξουαλικότητα στη μουσική του δεν λειτούργησε ποτέ σαν φτηνή πρόκληση ή μηχανισμός σκανδάλου. Ακόμη και όταν ήταν ωμή δεν ήταν ποτέ ρηχή. Στα τραγούδια του το σώμα δεν παρουσιαζόταν ως κάτι αντίθετο προς το πνεύμα, αλλά σχεδόν ως ο πιο ειλικρινής του αγγελιοφόρος. Ο Prince δεν είδε ποτέ σοβαρή αντίφαση ανάμεσα στο ερωτικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Αντίθετα τα έφερνε τόσο κοντά ώστε να μοιάζουν με δύο εκφράσεις της ίδιας δύναμης. Ήταν μια γλώσσα που μιλούσε ταυτόχρονα στο σώμα και στην ψυχή. Σε έναν κόσμο που ζητούσε διαρκώς να διαλέξεις ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, ο Prince έμοιαζε να απαντά ότι τα δύο είναι συχνά το ίδιο πράγμα απλώς ειπωμένο με διαφορετικό ρυθμό.
Αυτή η σύνδεση ανάμεσα στο ερωτικό και το πνευματικό έκανε τη μουσική του μοναδική. Δεν τραγουδούσε μόνο για τη σάρκα αλλά για τη λαχτάρα ως εμπειρία σχεδόν μεταφυσική. Κάτι τέτοιο εξηγεί γιατί ακόμη και οι πιο αισθησιακές του στιγμές δεν ακούγονται απλώς προκλητικές, αλλά φορτισμένες, σαν να κουβαλούν μέσα τους έναν άλλο βαθμό σοβαρότητας. Δεν υπήρχε ειρωνική απόσταση σε αυτό που έκανε. Ο Prince πίστευε βαθιά σε ό,τι τραγουδούσε, είτε επρόκειτο για τον Θεό, είτε για το σεξ, είτε για την καλλιτεχνική ελευθερία. Και αυτή η πίστη ακόμη κι όταν γινόταν αντιφατική ή άβολη, ήταν πάντα μέρος της δύναμής του.
Η αντίφαση άλλωστε ήταν το φυσικό του στοιχείο. Ήταν ένας άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος και ταυτόχρονα ένας από τους πιο απροκάλυπτα αισθησιακούς καλλιτέχνες της εποχής του. Ήταν τόσο απίστευτα τελειομανής που μπορούσε και έκανε μια μπάντα να ακολουθεί τον ρυθμό του, να αναδεικνύει μουσικούς και να λειτουργεί συλλογικά όταν αυτό εξυπηρετούσε το όραμά του. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος και ούτε μια “καθαρή” φιγούρα για μουσειακή αγιοποίηση. Και αυτό είναι μέρος του μεγαλείου του. Οι πραγματικά μεγάλες μορφές δεν είναι ποτέ λείες.
Στη σκηνή αυτή η πολυπλοκότητα μετατρεπόταν σε κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Τα live του δεν ήταν απλώς καλές συναυλίες. Ήταν επιδείξεις συνολικής κυριαρχίας. Μπορούσε να αλλάξει διάθεση, ύφος και ένταση μέσα σε λίγα λεπτά, να περάσει από το funk στο rock, από εκεί στην ψυχεδέλεια, μετά σε ένα σχεδόν γκόσπελ ξέσπασμα, και όλα αυτά χωρίς τίποτα να μοιάζει δεξιοτεχνία για τη δεξιοτεχνία. Έπαιζε λες και η μουσική δεν ήταν κάτι που είχε ήδη γραφτεί, αλλά κάτι που συνέβαινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά. Γι’ αυτό και όσοι τον είδαν ζωντανά συχνά μιλούν λιγότερο για setlist και περισσότερο για εμπειρία. Σαν να βρέθηκαν απέναντι σε μια δύναμη που δεν έκανε ακριβώς performance, αλλά αποκάλυψη.
Και την ίδια στιγμή, πίσω από αυτή τη σχεδόν μυθική σκηνική παρουσία, υπήρχε ένας άνθρωπος απολύτως ψυχρός στο ζήτημα της ιδιοκτησίας του έργου του. Εκεί βρίσκεται ίσως και το πιο σύγχρονο κομμάτι της κληρονομιάς του. Πριν γίνει σχεδόν κοινός τόπος για τους μεγάλους καλλιτέχνες να μιλούν για τα συμβόλαια, τη διανομή και τον έλεγχο του καταλόγου τους, ο Prince είχε ήδη καταλάβει ότι το ζήτημα δεν ήταν τεχνικό ούτε λογιστικό. Ήταν υπαρξιακό. Αν ένας άλλος ελέγχει το έργο σου, αργά ή γρήγορα ελέγχει και τη δημόσια εκδοχή του εαυτού σου.
Η σύγκρουσή του με τη Warner στη δεκαετία του ’90 δεν ήταν μια εκκεντρική έκρηξη εγωισμού, όπως την παρουσίασαν πολλοί τότε. Ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες δημόσιες μάχες για το τι σημαίνει καλλιτεχνική ιδιοκτησία στη σύγχρονη ποπ. Η απόφασή του να αλλάξει το όνομά του σε ένα απρόφερτο σύμβολο και να εμφανίζεται με τη λέξη “slave” γραμμένη στο πρόσωπό του δεν ήταν απλώς θεατρική. Ήταν μια ακραία υπενθύμιση ότι η μουσική βιομηχανία ήθελε συχνά το έργο, όχι όμως και τον άνθρωπο που το γεννά. Ο Prince αρνήθηκε να το δεχτεί. Πολέμησε όχι μόνο για καλύτερους όρους, αλλά για την ίδια την ιδέα ότι ο δημιουργός δεν είναι αναλώσιμο εξάρτημα μιας εταιρικής μηχανής.
Σήμερα που η κουβέντα γύρω από τα δικαιώματα, την ιδιοκτησία και την αυτοδιάθεση των καλλιτεχνών μοιάζει πολύ πιο ώριμη και δημόσια, εκείνη η μάχη φαίνεται σχεδόν προφητική. Ο Prince έβλεπε νωρίτερα από άλλους ότι η αγορά δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τη μυστική ζωή της τέχνης. Ενδιαφέρεται για τον κύκλο εκμετάλλευσής της. Υπερασπίστηκε με πείσμα την ιδέα ότι η μουσική δεν έρχεται “με πρόγραμμα”, δεν παράγεται με βάση το εμπορικό ημερολόγιο, δεν οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες της διανομής. Αυτή η εμμονή τον έκανε δύσκολο μερικές φορές στη συνεργασία. Τον έκανε όμως και ελεύθερο.
Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτόν μόνο ως ποπ σταρ. Ο Prince δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος που έγραψε τεράστια τραγούδια, πούλησε εκατομμύρια δίσκους και άφησε πίσω του μια αδιανόητα επιδραστική δισκογραφία. Ήταν μια φιγούρα που ένωνε πράγματα που συνήθως παρουσιάζονται ως ασυμβίβαστα. Μαύρη μουσική και rock, ανδρικότητα και θηλυκότητα, ηδονή και μυστικισμό, εμπορική επιτυχία και καλλιτεχνική ανυπακοή. Ήταν με έναν παράξενο τρόπο, πιο μπροστά από το σήμερα απ’ όσο επέτρεπε το ίδιο του το παρόν να φανεί.

Γι’ αυτό και δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του δεν επιστρέφουμε στον Prince ως μια επέτειο. Επιστρέφουμε γιατί συνεχίζει να μας λέει κάτι για το παρόν. Σε μια εποχή όπου η ταυτότητα συχνά συσκευάζεται, η επιθυμία εμπορευματοποιείται και η δημιουργία μετατρέπεται εύκολα σε content, η μορφή του Prince μοιάζει σχεδόν ανυπότακτη. Υπενθυμίζει ότι η τέχνη δεν είναι απλώς προϊόν έκφρασης αλλά και πεδίο σύγκρουσης. Ότι η ελευθερία δεν είναι styling. Είναι κόστος. Και ότι η αυθεντικότητα όταν είναι αληθινή, δεν είναι ποτέ άνετη.
Στο τέλος ίσως αυτή να είναι η πιο μεγάλη του κληρονομιά. Όχι μόνο τα τραγούδια όσο αθάνατα κι αν είναι. Όχι μόνο το Purple Rain ή το Sign o’ the Times ή η κιθάρα του ή το φαλσέτο του ή η σκηνική του λάμψη. Αλλά η επιμονή του σε μια σπάνια ιδέα ότι ο καλλιτέχνης δεν ανήκει στην εταιρεία, ούτε στην αγορά, ούτε καν στην εικόνα που φτιάχνει το κοινό γι’ αυτόν. Ανήκει μόνο στο έργο του και στην ελευθερία του να το υπερασπιστεί.
Δέκα χρόνια μετά, ο Prince παραμένει κάτι περισσότερο από παρελθόν. Παραμένει μέτρο σύγκρισης. Όχι γιατί μπορεί να επαναληφθεί αλλά ακριβώς γιατί δεν μπορεί. Βάζεις ένα τραγούδι του να παίξει και συμβαίνει κάτι που λίγοι καλλιτέχνες καταφέρνουν ακόμη και εν ζωή: ο χρόνος δεν τον αφήνει να γίνει παρελθόν. Τον ξανασυστήνει. Και τότε θυμάσαι ότι ο Prince δεν ήταν ποτέ απλώς ένας σταρ. Ήταν μια ιδέα ελευθερίας που έτυχε να γράφει τραγούδια.
Μετά τον θάνατό του, οι πωλήσεις της μουσικής του αυξήθηκαν, πέντε άλμπουμ του μπήκαν ταυτόχρονα στο top 10 του Billboard 200, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην ιστορία του chart. Η Pantone δημιούργησε ένα νέο χρώμα αποκλειστικά προς τιμή του: Love Symbol #2, μια απόχρωση μωβ που πλέον ανήκει επίσης στη μουσική ιστορία.




