Skip to main content

Υπάρχει κάποια στιγμή μέσα στο σπίτι, συνήθως αργά το βράδυ, που τα βιβλία αρχίζουν να σε κοιτάζουν. Δεν είναι σχήμα λόγου, είναι η στιγμή που το βλέμμα σου πέφτει σε μια στοίβα που μεγάλωσε λίγο περισσότερο απ’ όσο θυμόσουν. Τα περισσότερα από αυτά έχουν αγοραστεί με ενθουσιασμό. Λίγα έχουν διαβαστεί μέχρι το τέλος. Κάποια δεν έχουν καν ανοιχτεί. Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο αλλά τα τελευταία χρόνια μοιάζει πιο επίμονο: γιατί συνεχίζουμε να αγοράζουμε βιβλία που δεν διαβάζουμε; Η εύκολη απάντηση που έχει να κάνει με την έλλειψη χρόνου, σίγουρα δεν πείθει πια. Αν ήταν μόνο αυτό θα σταματούσαμε να τα αγοράζουμε. Αντίθετα, αγοράζουμε βιβλία πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουμε να τα διαβάσουμε.

Στην Ιαπωνία υπάρχει μια λέξη για αυτό: tsundoku. Περιγράφει ακριβώς αυτή τη συνήθεια, να αποκτάς βιβλία και να τα αφήνεις αδιάβαστα. Δεν είναι κατ’ ανάγκη κάτι κακό. Είναι σχεδόν ουδέτερο. Σαν να αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι η αδυναμία να διαβάσεις τα πάντα, αλλά η επιθυμία να τα έχεις όλα κοντά σου. Γιατί τα βιβλία δεν λειτουργούν όπως τα άλλα αντικείμενα. Δεν αγοράζεις μόνο χαρτί και μελάνι. Αγοράζεις χρόνο που δεν έχεις ακόμη. Αγοράζεις μια πιθανότητα. Μια μελλοντική εκδοχή του εαυτού σου που θα καθίσει κάποια στιγμή, και θα βυθιστεί σε αυτές τις σελίδες με την προσοχή που σήμερα διασπάται σε δεκάδες μικρές οθόνες.

Κάθε αδιάβαστο βιβλίο είναι μια υπόσχεση. Όχι ότι θα το διαβάσεις, αλλά ότι θέλεις να είσαι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να το διαβάσει.

Αυτό εξηγεί και γιατί τα αδιάβαστα βιβλία δεν προκαλούν μόνο ενοχή αλλά και μια περίεργη παρηγοριά. Στέκονται εκεί σαν μια σιωπηλή εκδοχή φιλοδοξίας. Σαν ένας χάρτης ενδιαφερόντων που δεν έχει ακόμη εξερευνηθεί. Είναι τα ίχνη της περιέργειας σου.

Υπάρχει βέβαια και κάτι πιο απλό. Η απόλαυση της κατοχής. Σε μια εποχή όπου σχεδόν όλα είναι ψηφιακά, εφήμερα και άυλα, το βιβλίο παραμένει ένα από τα λίγα αντικείμενα που μπορείς να τοποθετήσεις, να αγγίξεις, να δεις να μεγαλώνει γύρω σου. Δεν είναι μόνο εργαλείο γνώσης. Είναι και σκηνικό ταυτότητας.

Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι η σχέση μας με τα βιβλία αλλά ο χρόνος μας. Η προσοχή έχει γίνει το πιο σπάνιο νόμισμα. Και τα βιβλία που απαιτούν διάρκεια, σιωπή, συγκέντρωση, μοιάζουν όλο και περισσότερο με μια πολυτέλεια που αναβάλλεται. Κι έτσι συνεχίζουμε να αγοράζουμε. Όχι επειδή δεν ξέρουμε ότι δεν θα προλάβουμε να τα διαβάσουμε όλα. Αλλά επειδή δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι κάπου μέσα στο μέλλον, υπάρχει ακόμη χώρος για αυτό.

Τα αδιάβαστα βιβλία δεν είναι αποτυχία. Είναι το αποτύπωμα μιας επιθυμίας που δεν έχει βρει ακόμα χρόνο να πραγματοποιηθεί.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.