Skip to main content

Ο Michael Jackson δεν έγινε ποτέ παρελθόν. Δεν είναι απλώς ένας νεκρός καλλιτέχνης με αθάνατα τραγούδια. Eίναι μια ιστορία που επανέρχεται συχνά. Ένα ντοκιμαντέρ, μια θεατρική παραγωγή, μια επανέκδοση, τώρα μια βιογραφική ταινία. Αυτές οι επιστροφές δεν λειτουργούν ακριβώς ως αναβιώσεις. Περισσότερο θυμίζουν επανατοποθετήσεις ενός ερωτήματος που δεν έχει απαντηθεί με τρόπο οριστικό: τι ακριβώς σημαίνει να απολαμβάνεις ένα έργο όταν η ιστορία πίσω από αυτό παραμένει ανοιχτή; Πόση αλήθεια αντέχει το κοινό όταν αυτή αρχίζει να χαλάει τον ρυθμό;

Η νέα ταινία Michael δεν κρύβει τι θέλει να είναι. Πατάει κατευθείαν στα γνωστά: Το παιδί-θαύμα, η πρώιμη ωριμότητα, η αίσθηση ότι το ταλέντο προϋπήρχε της ηλικίας. Η άνοδος που εκ των υστέρων, μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Το σώμα που κινούνταν σαν να είχε γράψει τους δικούς του νόμους. Τη φωνή που από τα πρώτα χρόνια ακουγόταν μεγαλύτερη από την ηλικία της. Ο Jackson έγινε υπερσταρ γιατί ήταν ιδιοφυΐα. Τόσο απλά αλλά και τόσο περίπλοκα. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τον Jackson χωρίς να καταλήξει στη λέξη «ιδιοφυΐα». Και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να μην αναρωτηθεί τι ακριβώς σημαίνει αυτή η λέξη όταν μεταφέρεται από το έργο στον άνθρωπο.

Γιατί όταν η ιδιοφυΐα φτάνει σε τέτοιο επίπεδο, δεν μένει στο έργο. Απλώνεται γύρω του. Μεγαλώνει τη λατρεία, την ανοχή, τη δυσκολία να κοιτάξεις πιο προσεκτικά. Το αγόρι από το Gary της Indiana μεγάλωσε σε μια οικογένεια που πίστευε στη σκληρή δουλειά, στην πειθαρχία και στην ιδέα ότι η επιτυχία μπορεί να λειτουργήσει ως διέξοδος. Το ταλέντο του δεν αντιμετωπιζόταν απαραίτητα ως κάτι εύθραυστο. Περισσότερο ως κάτι που όφειλε να αξιοποιηθεί στο μέγιστο. Οι πρόβες, η ένταση, η αυστηρότητα, όλα αυτά που περιγράφονται συχνά εκ των υστέρων ως αναπόσπαστα στοιχεία μιας διαδικασίας που οδήγησε σε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν μόνο ένας εξαιρετικός performer. Ήταν κάποιος που έμαθε να αποδίδει πριν προλάβει να ζήσει κανονικά. Που κατάλαβε νωρίς ότι η αγάπη έρχεται με όρους. Το ταλέντο δεν τον προστάτευσε από το τραύμα. Του έδωσε απλώς έναν τρόπο να το μετατρέψει σε κάτι που ο κόσμος μπορούσε να χειροκροτήσει.

Αυτό είναι το κομμάτι που η ποπ κουλτούρα προτιμά να προσπερνά. Ο Michael Jackson δεν ήταν μόνο ένα φαινόμενο. Ήταν και προϊόν ενός συστήματος που ξέρει να εντοπίζει το ταλέντο, να το πιέζει μέχρι τα όριά του και μετά να αναρωτιέται γιατί κάτι δεν πάει καλά. Στους Jackson 5 διακρίνει κανείς ήδη μια πρώιμη μορφή επαγγελματισμού που ξεπερνά την ηλικία των μελών τους. Η ακρίβεια, η επανάληψη, η συνεχής βελτίωση, η αίσθηση ότι το χάρισμα δεν είναι επιλογή αλλά καθήκον. Το κοινό αγάπησε αυτό που βγήκε από αυτή τη διαδικασία. Το τι κόστισε έμεινε στο παρασκήνιο.

Κι όμως μουσικά ο Michael Jackson δεν παίζεται. Το Off the Wall, το Thriller, το Bad δεν ήταν απλώς μεγάλοι δίσκοι. Ήταν το σημείο που η pop σταμάτησε να είναι απλώς μουσική και έγινε παγκόσμιο γεγονός. Ο Jackson δεν τραγουδούσε απλώς, σκηνοθετούσε τον εαυτό του. Έφτιαξε ένα σύστημα όπου ήχος, εικόνα και κίνηση λειτουργούσαν μαζί. Αν η pop σήμερα μοιάζει με αυτό που είναι, μεγάλο μέρος της ιστορίας της περνάει από εκείνον. Άλλοι έγραψαν τραγούδια. Εκείνος άλλαξε το παιχνίδι.

Κι αυτό είναι που κάνει τα πάντα πιο δύσκολα. Αν ο Jackson ήταν απλώς ένας καλός καλλιτέχνης η ιστορία του θα είχε ήδη τακτοποιηθεί. Αλλά δεν ήταν. Ήταν τεράστιος. Και όταν κάποιος έχει μπει τόσο βαθιά στην προσωπική και συλλογική μνήμη, η κρίση δεν είναι ποτέ καθαρή. Δεν αφορά μόνο εκείνον. Αφορά και εμάς το τι κάνουμε με κάτι που αγαπήσαμε πριν μάθουμε να το αμφισβητούμε.

Για ένα διάστημα η δημόσια εικόνα του Jackson, απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό από στοιχεία που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως θέαμα. Οι αλλαγές στην εμφάνιση, οι ιδιαιτερότητες της καθημερινότητάς του, η Neverland. Αυτές οι πλευρές προσφέρονταν για μια αφήγηση που μετατόπιζε το βάρος από το ουσιαστικό στο παράξενο. Ωστόσο υπήρχαν όρια σε αυτή τη μετατόπιση. Οι κατηγορίες για κακοποίηση ανηλίκων δημιούργησαν ένα είδος δυσκολίας που δεν μπορούσε να ενσωματωθεί εύκολα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν ήταν ακόμη ένα επεισόδιο της ίδιας ιστορίας αλλά κάτι που απαιτούσε διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης. Ήταν κάτι που άλλαζε το πλαίσιο. Το πλαίσιο όμως δεν κατέρρευσε.

Μετά τον θάνατό του ο Jackson έγινε μια από τις πιο ισχυρές μεταθανάτιες μηχανές της μουσικής βιομηχανίας. Παραστάσεις, musicals, projects, επανεκδόσεις. Το όνομα δεν πουλάει μόνο τραγούδια. Πουλάει μια εκδοχή της ιστορίας. Έναν συμβιβασμό: κράτα τη μουσική, κράτα τη μαγεία και μην κοιτάς πολύ ώρα πτυχές της ζωής του που δημιουργούν αμφισβητήσεις.

Η νέα ταινία φαίνεται να ακολουθεί αυτή τη λογική. Δεν αρνείται απαραίτητα την ύπαρξη σκοτεινών στοιχείων. Επιλέγει όμως να τα εντάξει σε μια αφήγηση όπου δεν κυριαρχούν. Το βάρος μετατοπίζεται αλλού. Στην ενέργεια της σκηνής, στη διαδρομή της επιτυχίας, στη γοητεία της δημιουργίας. Αυτή η επιλογή δεν είναι ασυνήθιστη. Αντιθέτως αντανακλά έναν ευρύτερο τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη κουλτούρα διαχειρίζεται τις σύνθετες προσωπικότητες.

Παράλληλα η μουσική παραμένει. Ακούγεται, γεμίζει χώρους, κινεί σώματα. Δεν έχει χάσει τη δύναμή της. Κι αυτό είναι που κρατά τον Jackson ζωντανό και ταυτόχρονα κάνει την υπόθεσή του τόσο δύσκολη. Γιατί όσο το έργο παραμένει τόσο δυνατό, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πάρεις απόσταση από τον δημιουργό.

Στο τέλος ίσως το θέμα να μην είναι ο ίδιος. Είναι το πώς λειτουργεί η pop. Το τι κρατάμε, τι αφήνουμε, τι επιλέγουμε να ξεχάσουμε. Ο Michael Jackson δεν είναι μόνο ένα όνομα στην ιστορία της μουσικής. Είναι το σημείο όπου η απόλαυση και η αμηχανία συναντιούνται και κανείς δεν είναι σίγουρος ποια από τις δύο πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο.