Υπήρξε μια εποχή που ο πλούτος συνοδευόταν, τουλάχιστον συμβολικά, από μια υποχρέωση προς την κοινωνία. Βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια, ιδρύματα. Ένα είδος δημόσιας επιστροφής που λειτουργούσε σαν άλλοθι για την ακραία συγκέντρωση πλούτου. Σήμερα αυτό το αφήγημα μοιάζει να έχει καταρρεύσει. Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς νομπελίστας οικονομολόγος και ένας από τους πιο αιχμηρούς επικριτές της σύγχρονης ανισότητας, περιγράφει μια νέα πραγματικότητα που δεν θυμίζει απλώς την λεγόμενη Gilded Age -την “επιχρυσωμένη” Αμερική του 19ου αιώνα όπου ο πλούτος συγκεντρώθηκε στα χέρια λίγων ενώ η υπόλοιπη κοινωνία έμενε στο περιθώριο- την ξεπερνά. Και όχι μόνο οικονομικά.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ο πλουσιότερος άνθρωπος της εποχής του, μοιάζει σχεδόν “μικρός” μπροστά σε φιγούρες όπως ο Ίλον Μασκ, ο Τζεφ Μπέζος ή ο Λάρι Έλισον. Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο τα νούμερα. Είναι η επιρροή. Για τον Στίγκλιτζ, αυτό που συμβαίνει σήμερα, ιδίως υπό την πολιτική σκιά του Donald Trump, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Η οικονομική ισχύς δεν περιορίζεται στην αγορά. Διεισδύει στην πολιτική, στα media, στη διαμόρφωση της ίδιας της δημόσιας πραγματικότητας.
Η ιδεολογία που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της Silicon Valley δεν είναι απλώς φιλελεύθερη. Είναι, όπως τη χαρακτηρίζει, μια ακραία εκδοχή του «τα κατάφερα μόνος μου μην με αγγίζετε». Μια αφήγηση που αγνοεί κάτι θεμελιώδες. Οι ίδιες οι τεχνολογίες που δημιούργησαν αυτόν τον πλούτο, από το internet μέχρι την AI, στηρίχθηκαν σε δημόσια χρηματοδότηση. Με άλλα λόγια το σύστημα που γέννησε τους δισεκατομμυριούχους είναι το ίδιο που τώρα υπονομεύουν.
Όταν οι ελίτ αποκτούν έλεγχο στα μέσα ενημέρωσης ή επηρεάζουν το τι προβάλλεται και τι όχι, τότε η πραγματικότητα γίνεται διαπραγματεύσιμη.
Τα δεδομένα που παραθέτει είναι σχεδόν σοκαριστικά. Μόλις το 1% του πλούτου που δημιουργήθηκε τα τελευταία 25 χρόνια κατέληξε στο φτωχότερο 50% του πληθυσμού. Δεν πρόκειται απλώς για ανισότητα. Πρόκειται για μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος. Μια αρχιτεκτονική που κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια κληρονομική πλουτοκρατία. Ένα σύστημα όπου ο πλούτος και άρα η εξουσία δεν κερδίζεται αλλά μεταβιβάζεται. Και όταν ο πλούτος κληρονομείται η δημοκρατία αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με βιτρίνα παρά με μηχανισμό.
Οι λύσεις που προτείνει είναι συγκεκριμένες αλλά πολιτικά δύσκολες να εφαρμοστούν. Ένας παγκόσμιος ελάχιστος φόρος πλούτου 2%, κλείσιμο των φορολογικών “παραθύρων”, περιορισμός της επιρροής του χρήματος στην πολιτική. Όμως ακόμη και αυτά δεν αρκούν, παραδέχεται σε συνεντεύξεις του. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι επικοινωνιακό.
Όταν οι ίδιες ελίτ αποκτούν έλεγχο στα μέσα ενημέρωσης ή επηρεάζουν το τι προβάλλεται και τι όχι, τότε η πραγματικότητα γίνεται διαπραγματεύσιμη. Η ενημέρωση μετατρέπεται σε πεδίο ισχύος. Και η δημοκρατία χωρίς αξιόπιστη πληροφόρηση αρχίζει να αποδυναμώνεται σιωπηλά.
Η απάντηση κατά τον Στίγκλιτζ δεν μπορεί να είναι μόνο ρυθμιστική. Πρέπει να είναι και δομική. Ενίσχυση της δημόσιας δημοσιογραφίας, χρηματοδότηση της έρευνας, δημιουργία ανεξάρτητων ευρωπαϊκών media οικοσυστημάτων που δεν εξαρτώνται από πλατφόρμες όπως το X ή το Facebook. Γιατί στο τέλος το ερώτημα δεν είναι πόσο πλούσιοι έγιναν οι δισεκατομμυριούχοι. Είναι πόσο χώρο άφησαν για όλους τους υπόλοιπους.




