Skip to main content

Η Μπιενάλε της Βενετίας επιστρέφει για την 61η διοργάνωσή της από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, μετατρέποντας την πόλη σε ένα ζωντανό πεδίο καλλιτεχνικής αναζήτησης. Στη Βενετία η τέχνη δεν εκτίθεται απλώς. Εκπροσωπεί. Και κάθε εκπροσώπηση όταν γίνεται στο όνομα ενός κράτους, κουβαλά κάτι περισσότερο από αισθητική. Κουβαλά εξουσία. Η Μπιενάλε της Βενετίας ξεκίνησε το 1895 ως μια διεθνής έκθεση σε μια πόλη που ήθελε να επιστρέψει στο παρόν. Πολύ γρήγορα όμως απέκτησε μια δεύτερη ζωή. Τα εθνικά περίπτερα που άρχισαν να χτίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα δεν ήταν απλώς χώροι τέχνης. Ήταν μικρά αρχιτεκτονικά σύνορα. Κάθε χώρα έφερνε στη Βενετία όχι μόνο τους καλλιτέχνες της αλλά την εικόνα της. Αυτή η δομή που τότε έμοιαζε αυτονόητη δεν έφυγε ποτέ. Και γι’ αυτό η Μπιενάλε δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά ουδέτερη.

Στη δεκαετία του ’30 υπό τον Μουσολίνι η διοργάνωση μετατράπηκε ανοιχτά σε εργαλείο προπαγάνδας. Οι αίθουσες γέμισαν με εγκεκριμένη τέχνη, ευθυγραμμισμένη με την αισθητική και την ιδεολογία του καθεστώτος. Το 1934 ο Χίτλερ επισκέφθηκε τη Μπιενάλε μαζί με τον Μουσολίνι περπατώντας στα Giardini, μέσα σε ένα σκηνικό που έμοιαζε λιγότερο με έκθεση και περισσότερο με επίδειξη ισχύος. Εκεί η σχέση τέχνης και εξουσίας δεν ήταν υπόγεια. Ήταν δημόσια σχεδόν θεατρική.

Όταν η Μπιενάλε της Βενετίας επανεκκίνησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα, εξαντλημένη από τον εμφύλιο, δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχει. Μετατρέποντας αυτή την απουσία σε ευκαιρία, ο διευθυντής Ροντόλφο Παλλουκίνι κάλεσε την Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ να παρουσιάσει την ιδιωτική της συλλογή στο ελληνικό περίπτερο. Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο καθοριστική θα αποδεικνυόταν αυτή η κίνηση για εκείνη τη διοργάνωση. Παρότι τα μεγαλύτερα περίπτερα φιλοξενούσαν αναδρομικές εκθέσεις του Πικάσο, των Ιμπρεσιονιστών και της λεγόμενης «εκφυλισμένης» τέχνης που οι Ναζί είχαν προσπαθήσει να απαγορεύσουν, ήταν το περίπτερο της Γκούγκενχαϊμ που προκάλεσε τη μεγαλύτερη εντύπωση. © Fondazione Solomon R. Guggenheim

Μετά τον πόλεμο η Μπιενάλε προσπάθησε να επανεφεύρει τον εαυτό της. Το 1948 σε μια Ευρώπη που προσπαθούσε να ξανασταθεί, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ παρουσίασε έργα που οι Ναζί είχαν κάποτε χαρακτηρίσει «εκφυλισμένα». Η ελευθερία της έκφρασης έγινε το νέο αφήγημα. Όμως μαζί με αυτήν μετακινήθηκε και το κέντρο βάρους. Η τέχνη άρχισε να κοιτά προς τη Νέα Υόρκη. Η Αμερική δεν κυριαρχούσε μόνο πολιτικά και οικονομικά. Άρχιζε να κυριαρχεί και πολιτιστικά.

Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ

Αυτό έγινε ξεκάθαρο το 1964 όταν ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ κέρδισε το μεγάλο βραβείο ζωγραφικής. Δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική νίκη. Ήταν μια γεωπολιτική δήλωση. Η εμπλοκή της United States Information Agency έδειχνε ότι η Μπιενάλε είχε μετατραπεί σε πεδίο του Ψυχρού Πολέμου. Η τέχνη έγινε εργαλείο επιρροής, ένα μέσο για να δείξει μια χώρα ότι όχι μόνο παράγει δύναμη αλλά και νόημα.

Το 1968 το σύστημα εκτέθηκε. Φοιτητές και καλλιτέχνες κατέλαβαν τους χώρους, φώναξαν ότι «η Μπιενάλε είναι νεκρή» και γύρισαν τα έργα προς τον τοίχο. Δεν διαμαρτύρονταν για την τέχνη. Διαμαρτύρονταν για το πλαίσιο που τη διαμορφώνει: την αγορά, το κράτος, την εξουσία. Για πρώτη φορά η ίδια η διοργάνωση έγινε στόχος.

Λίγα χρόνια μετά το 1974 ο Κάρλο Ρίπα ντι Μιάνα έκανε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Έκλεισε τα περίπτερα και αφιέρωσε τη Μπιενάλε σε μια πολιτική χειρονομία αλληλεγγύης προς τη Χιλή, μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Η τέχνη βγήκε στον δρόμο, έγινε σύνθημα, έγινε τοιχογραφία. Για μια στιγμή η Μπιενάλε δεν προσπάθησε να κρύψει την πολιτική. Την ανέλαβε.

Την ίδια περίοδο άλλες μπιενάλε άρχισαν να αμφισβητούν τη λογική της Βενετίας πιο ριζικά. Η Μπιενάλε της Αβάνας από το 1984 και μετά, επιχείρησε να στήσει ένα διαφορετικό μοντέλο: χωρίς εθνικά περίπτερα, χωρίς ανταγωνισμό, με έμφαση στις σχέσεις και τις κυκλοφορίες ιδεών ανάμεσα σε καλλιτέχνες από τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Αν η Βενετία ήταν η σκηνή των κρατών, η Αβάνα προσπάθησε να γίνει δίκτυο. Να δείξει ότι η τέχνη μπορεί να υπάρξει πέρα από την εκπροσώπηση των εθνών. Αυτή η προσπάθεια έχει σημασία σήμερα γιατί φωτίζει το βασικό πρόβλημα της Βενετίας: παραμένει δεμένη με μια λογική που ανήκει σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει.

Χανς Χάκε, GERMANIA, 1993 (Γερμανικό Περίπτερο, 45η Μπιενάλε της Βενετίας)

Το 1993 ο Χανς Χάκε έσπασε το πάτωμα του γερμανικού περιπτέρου, εκεί όπου κάποτε είχε σταθεί ο Χίτλερ, αφήνοντάς το σε κομμάτια. Δεν ήταν απλώς ένα έργο. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν αποκαθίσταται. Σπάει και μένει μπροστά σου.

Η περφόρμανς «Balkan Baroque» του 1997 ήταν αφιερωμένη στα θύματα του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία — μία από τις πιο ισχυρές, συγκλονιστικές και βαθιά ανθρώπινες δράσεις της Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Για έξι ώρες η Αμπράμοβιτς ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα, καθόταν πάνω σε έναν σωρό από αιματοβαμμένα κόκαλα βοδιών, προσπαθώντας να καθαρίσει το αίμα με μια βούρτσα. Ταυτόχρονα μιλούσε για την πατρίδα της, «μια χώρα που δεν υπάρχει πια», και τραγουδούσε βαλκανικά τραγούδια. Η δράση της συμβόλιζε μια απέλπιδα προσπάθεια εξιλέωσης, μια ανάγκη να αποδείξει ότι οι θυσίες δεν ήταν μάταιες. Όμως το αίμα δεν έφευγε. Όπως δεν έσβησε ποτέ και μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η περφόρμανς τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στην 47η Μπιενάλε της Βενετίας και χάρισε στην Αμπράμοβιτς παγκόσμια αναγνώριση.

Το 1997, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς κάθισε πάνω σε έναν σωρό από κόκαλα ζώων προσπαθώντας να τα καθαρίσει, ενώ τραγουδούσε και έκλαιγε. Η μυρωδιά της αποσύνθεσης γέμισε τον χώρο. Η Γιουγκοσλαβία δεν υπήρχε και η βία δεν ήταν πια αφηρημένη. Είχε σώμα. Σήμερα η ένταση δεν χρειάζεται συμβολισμούς για να γίνει αντιληπτή.

Η επιστροφή της Ρωσίας εν μέσω πολέμου στην Ουκρανία, έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Το ισραηλινό περίπτερο βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνούς πίεσης λόγω της κατάστασης στη Γάζα. Καλλιτέχνες ζητούν αποκλεισμούς, άλλοι υπερασπίζονται τη συμμετοχή στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης. Η διοργάνωση επιμένει ότι αποτελεί χώρο διαλόγου. Αλλά το ερώτημα παραμένει άβολο: μπορείς να διαχωρίσεις την τέχνη από το κράτος όταν το ίδιο το περίπτερο είναι το κράτος;

Η αντίφαση είναι δομική. Η Μπιενάλε δημιουργήθηκε για να φέρει τον κόσμο στη Βενετία. Αντί γι’ αυτό έφερε τις συγκρούσεις του. Και όσο αυτές οι συγκρούσεις εντείνονται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της ουδετερότητας. Οι εκθέσεις δεν τελειώνουν όταν κλείνουν. Αφήνουν πίσω τους αρχεία, επιστολές, διαδρομές έργων, συμμαχίες ανθρώπων. Η πραγματική ιστορία της Μπιενάλε δεν βρίσκεται μόνο στους τοίχους της αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Στις κινήσεις που δεν βλέπει ο επισκέπτης αλλά που καθορίζουν τι τελικά θα δει. Η Μπιενάλε της Βενετίας είναι η απόδειξη ότι η τέχνη δεν στέκεται έξω από την πραγματικότητα αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα της.

rodrogues