Στoους δρόμους του λεκανοπεδίου, από τις εθνικές οδούς μέχρι την παραλιακή και τους δρόμους του κέντρου, καταλαβαίνεις ότι το τιμόνι δεν είναι για να σε κατευθύνει στο δρόμο αλλά για να επιβιώσεις. Δεν οδηγείς. Αποφεύγεις. Το μάτι δεν κοιτάει μπροστά, γίνεται σκάνερ και σαρώνει το έδαφος. Μια λακούβα στα δεξιά. Ένα ράγισμα που απλώνεται σαν δέρμα που σπάει. Ένα μπάλωμα που έχει ήδη αποτύχει πριν το πατήσεις. Το σώμα σφίγγεται, το τιμόνι διορθώνει νευρικά, και για ένα δευτερόλεπτο δεν έχεις λωρίδα, έχεις πιθανότητες. Αυτό δεν είναι κακή εμπειρία οδήγησης. Είναι ενεργός κίνδυνος.
Γιατί όταν πέσεις σε μια μια λακούβα με ταχύτητα δεν είναι απλώς χτύπημα. Είναι απώλεια πρόσφυσης. Είναι μια μικρή απογείωση του τροχού. Είναι φρενάρισμα που ξαφνικά χρειάζεται περισσότερα μέτρα απ’ όσα έχεις. Είναι ένα τιμόνι που τραβάει εκεί που δεν θες. Αν οδηγείς μοτοσικλέτα αυτό σημαίνει πτώση. Στα αυτοκίνητα είναι ζημιά που ξεκινά από ανάρτηση και φτάνει μέχρι ευθυγράμμιση, ελαστικά, ακόμα και σασί. Αυτά δεν είναι σενάρια. Είναι μηχανική. Κι όμως μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το μόνο που λειτουργεί με ακρίβεια είναι η επιτήρηση.
Κάπου εκεί ψηλά, μια κάμερα τεχνητής νοημοσύνης σε κοιτάει. Όχι τη ρωγμή που έχει ανοίξει σαν πληγή στο οδόστρωμα. Όχι το crocodile cracking, το σπάσιμο της ασφάλτου σε μικρά κομμάτια, που σημαίνει ότι ο δρόμος έχει τελειώσει και απλώς περιμένει να διαλυθεί. Όχι το πρόχειρο μπάλωμα που έγινε για να κρατήσει έναν χειμώνα και άντεξε μια βροχή.
Κοιτάει εσένα.
Αν θα κάνεις έναν απότομο ελιγμό για να σώσεις το αμάξι σου.
Αν θα πατήσεις λίγο παραπάνω γκάζι για να ξεφύγεις από ένα επικίνδυνο σημείο.
Αν θα αντιδράσεις ανθρώπινα σε έναν δρόμο που δεν είναι.
Το σύστημα λειτουργεί άψογα. Αρκεί να είσαι ο οδηγός.
Γιατί οι λακούβες δεν γράφουν πρόστιμα. Δεν έχουν πινακίδες. Δεν ανήκουν πουθενά. Υπάρχουν απλώς εκεί, σαν μια μορφή σιωπηρής ανοχής που έχει κανονικοποιηθεί. Από τις Αφίδνες μέχρι το ΣΕΦ και από την Ποσειδώνος μέχρι το Σούνιο για παράδειγμα, η διαδρομή δεν είναι ενιαία. Είναι ένα μωσαϊκό φθοράς. Καθιζήσεις, ραγίσματα, μπαλώματα πάνω σε μπαλώματα. Ένα οδόστρωμα που δείχνει ξεκάθαρα ότι η συντήρηση δεν είναι διαδικασία, είναι πρόχειρη διόρθωση. Και συνήθως αργή.
Στην Ευρώπη, η φθορά αυτού του τύπου δεν είναι απλώς θέμα αισθητικής ή άνεσης. Είναι δείκτης επικινδυνότητας. Μετριέται. Καταγράφεται. Συνδέεται με αποστάσεις φρεναρίσματος, με υδρολίσθηση, με απώλεια ελέγχου. Όταν η άσφαλτος ανοίγει δεν είναι απλώς παλιά. Είναι επικίνδυνη.
Στην Ελλάδα έχει γίνει καθημερινότητα. Και η ευθύνη; Μονόδρομος. Αν κάτι πάει στραβά, θα φταις εσύ.
Όχι το οδόστρωμα που διαλύεται. Όχι η συντήρηση που δεν έγινε ποτέ. Όχι η ευκολία με την οποία ένα έργο ξεχνιέται μόλις κοπεί η κορδέλα.
Εσύ θα φταις
Γιατί σε αυτή τη χώρα η τεχνητή νοημοσύνη έχει μάθει να αναγνωρίζει την παράβαση αλλά όχι τον κίνδυνο. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Γιατί σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι οι λακούβες. Είναι ότι έχουμε μάθει να ζούμε μαζί τους.
πραγματοποιηθεί.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





