Skip to main content

Τα social media έχουν μετατρέψει τον θυμό σε καθημερινή συνήθεια. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη εποχή όπου τόσοι άνθρωποι ήταν τόσο θυμωμένοι δημόσια. Ανοίγεις το κινητό σου το πρωί και μέσα σε λίγα λεπτά βρίσκεσαι μπροστά σε καβγάδες για πολέμους, πολιτική, φύλο, ταυτότητα, μετανάστευση, celebrities, αθλητισμό, ακόμα και για ανθρώπους που κανείς από όσους φωνάζουν δεν έχει γνωρίσει ποτέ πραγματικά. Τα social media μοιάζουν όλο και περισσότερο με έναν τεράστιο χώρο όπου εκατομμύρια άνθρωποι μπαίνουν καθημερινά όχι για να συζητήσουν αλλά για να εκτονωθούν.

Μέσα σε αυτή την ατελείωτη ψηφιακή φασαρία, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ μοιάζει ξαφνικά παράξενα επίκαιρος. Το 1944 μέσα στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της φρίκης του Ολοκαυτώματος, ο Σαρτρ έγραψε το «Στοχασμοί για το εβραϊκό ζήτημα», ένα δοκίμιο που προσπαθούσε να εξηγήσει όχι μόνο τον αντισημιτισμό αλλά κάτι βαθύτερο: γιατί οι άνθρωποι έχουν τόσο συχνά ανάγκη να μισούν κάποιον. Διαβάζοντάς το σήμερα, έχεις την αίσθηση ότι δεν περιγράφει μόνο την Ευρώπη του 20ού αιώνα. Περιγράφει και το timeline σου.

Ο Σαρτρ πίστευε ότι ο φανατισμός δεν ξεκινά απαραίτητα από ιδεολογία. Ξεκινά από φόβο, ανασφάλεια και από την αδυναμία ενός ανθρώπου να αντέξει έναν κόσμο γεμάτο πολυπλοκότητα. Το να ζεις ανάμεσα σε διαφορετικές φωνές, διαφορετικές ζωές και διαφορετικές αλήθειες απαιτεί προσπάθεια. Χρειάζεται να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου, να αποδεχτείς ότι μπορεί να κάνεις λάθος, να μάθεις κάτι καινούργιο. Για κάποιους ανθρώπους αυτό είναι εξαντλητικό. Ο φανατισμός προσφέρει μια πολύ πιο εύκολη λύση. Σου δίνει έναν ένοχο και μαζί με αυτόν μια αίσθηση ταυτότητας. Γι’ αυτό και το μίσος σπάνια αφορά μόνο εκείνον που γίνεται στόχος. Συχνά αφορά περισσότερο εκείνον που το εκφράζει.

Στο βιβλίο του ο Σαρτρ γράφει πως ο αντισημίτης επιλέγει να γίνει «τίποτα άλλο πέρα από τον φόβο που προκαλεί στους άλλους». Είναι μια φράση που ακούγεται σχεδόν υπερβολική μέχρι να περάσεις λίγα λεπτά στα social media. Εκεί όπου χιλιάδες άνθρωποι μοιάζουν να υπάρχουν κυρίως μέσα από την ένταση που δημιουργούν. Σαν να έχουν μετατρέψει την επιθετικότητα σε δημόσια προσωπικότητα. Δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να πείσουν. Θέλουν να κυριαρχήσουν, να εξαντλήσουν, να προκαλέσουν αντίδραση.

Κάποτε οι κοινωνίες χρειάζονταν πλατείες για να οργανώσουν τη συλλογική οργή τους. Σήμερα χρειάζονται Wi-Fi.

Οι εταιρείες τεχνολογίας γνωρίζουν εδώ και χρόνια κάτι που δύσκολα παραδέχονται δημόσια: ο θυμός κρατά τον κόσμο online περισσότερο από τη χαρά. Οι αλγόριθμοι δεν ενδιαφέρονται αν αυτό που νιώθεις είναι δημιουργικό ή καταστροφικό. Ενδιαφέρονται αν θα σταματήσεις το scrolling. Και τίποτα δεν σταματά πιο αποτελεσματικά έναν άνθρωπο από την αγανάκτηση.

Έτσι δημιουργήθηκε μια ολόκληρη οικονομία προσοχής που βασίζεται στην ένταση. Οι πιο εξαγριωμένοι λογαριασμοί συγκεντρώνουν συχνά τη μεγαλύτερη διαδικτυακή αλληλεπίδραση. Οι πιο ακραίες φωνές τραβούν συνήθως τη μεγαλύτερη προσοχή. Και όσο περισσότερο ανταμείβεται η υπερβολή, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να μιλούν σαν να βρίσκονται μόνιμα σε πόλεμο.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες ψηφιακές «φυλές» ενώνονται πιο εύκολα γύρω από έναν κοινό εχθρό παρά γύρω από μια κοινή ιδέα. Κάποιος παρουσιάζεται ως ο μόνος που «λέει την αλήθεια», ανακαλύπτει μια ομάδα που ευθύνεται για όλα όσα πάνε στραβά και προσφέρει στους ακολούθους του μια απλή εξήγηση για έναν περίπλοκο κόσμο. Οι μετανάστες. Οι ελίτ. Οι woke. Οι φτωχοί. Οι πλούσιοι. Δεν έχει τόση σημασία ποιος είναι κάθε φορά ο στόχος. Ο μηχανισμός παραμένει ίδιος.

Ο Σαρτρ έγραφε επίσης κάτι ακόμα πιο άβολο. Ότι ο φανατισμός δεν είναι πάντα αποτέλεσμα έλλειψης νοημοσύνης ή κοινωνικής αποτυχίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι τρυφερός γονιός, σωστός επαγγελματίας, γενναιόδωρος φίλος και ταυτόχρονα να πιστεύει πως κάποιες ομάδες ανθρώπων αξίζουν λιγότερο από άλλες. Το μίσος δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή τέρατος. Πολύ συχνά φορά καθημερινά ρούχα, πηγαίνει στη δουλειά, πληρώνει λογαριασμούς και γράφει οργισμένα σχόλια από το κινητό του μέσα στο λεωφορείο.

Καμία κοινωνία δεν παραδέχεται εύκολα ότι ο φανατισμός δεν ζει μόνο στο περιθώριό της. Ζει και μέσα στην ανθρώπινη ανάγκη για βεβαιότητα, ανωτερότητα και αίσθηση ότι ανήκεις κάπου. Και σε περιόδους οικονομικής πίεσης, πολιτικής κόπωσης ή πολιτισμικής ανασφάλειας, αυτή η ανάγκη γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Τα social media δεν δημιούργησαν το μίσος. Του έδωσαν ταχύτητα, μικρόφωνο και αλγόριθμο.

rodrogues