Skip to main content

Έκατσα και παρακολούθησα χθες το βράδυ το δεύτερο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό» στον ΣΚΑΪ, και κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν η Ελλάδα έχει πραγματικά ξεπεράσει ποτέ το 2015 ή αν απλώς έμαθε να ζει με αυτό όπως ζεις με έναν παλιό τραυματισμό στη μέση. Δεν τον σκέφτεσαι κάθε μέρα. Μέχρι να γυρίσεις απότομα το σώμα και να σε πετύχει ξανά ο ίδιος πόνος.

Ξαφνικά κατάλαβα κάτι σχεδόν τρομακτικό. Δέκα χρόνια μετά, η χώρα εξακολουθεί να αντιδρά στο 2015 όχι σαν πολιτικό γεγονός αλλά σαν ψυχολογικό επεισόδιο που δεν έκλεισε ποτέ σωστά. Μόλις ανοίξει η συζήτηση για δημοψήφισμα, Eurogroup, capital controls ή ουρές στα ATM, τα social media μετατρέπονται πάλι σε ψυχιατρική πτέρυγα εθνικής χρήσης. Άνθρωποι να ουρλιάζουν στα σχόλια λες και το αποτέλεσμα δεν έχει βγει ακόμη. Λες και η χώρα βρίσκεται ακόμα κολλημένη σε εκείνο το καλοκαίρι που όλοι μιλούσαν ταυτόχρονα και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι συνέβαινε.

Το 2015 στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς πολιτική κρίση. Ήταν acid trip με υπουργούς, τηλεπαράθυρα και πανικό. Μια χώρα σαράντα χρόνων μεταπολιτευτικής υπερβολής στριμωγμένη μέσα σε ΑΤΜ, έκτακτα δελτία ειδήσεων και πολιτικούς που μιλούσαν σαν επαναστάτες σε αμφιθέατρο πανεπιστημίου, λίγο πριν αρχίσει η κατάρρευση του κτιρίου.

Η Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι έμοιαζε με καζίνο στις έξι το πρωί. Καπνός παντού. Ιδρωμένοι άνθρωποι. Μπλόφες. Δημοσιογράφοι που μετέδιδαν κάθε έκτακτη είδηση σαν να πλησίαζε μετεωρίτης. Πολιτικοί που έμπαιναν στα Eurogroup σαν καουμπόηδες σε σαλούν του Τέξας. Και μια κοινωνία που είχε πείσει τον εαυτό της ότι υπάρχει κάπου ένα μυστικό κουμπί που αν το πατήσεις, η πραγματικότητα μπορεί να διαπραγματευτεί μαζί σου αρκεί να φωνάξεις πιο δυνατά από όλους τους άλλους.

Η πραγματικότητα όμως δεν υποχώρησε.

Το 2015 δεν διέλυσε μόνο οικονομίες, κυβερνήσεις και αυταπάτες. Διέλυσε κάτι βαθύτερο. Την τελευταία μεγάλη ελληνική φαντασίωση ότι υπάρχει πάντα ένας εύκολος δρόμος διαφυγής. Ότι μπορείς να ουρλιάξεις απέναντι στην ιστορία και η ιστορία να τρομάξει. Ότι μπορείς να πηδήξεις από τον δέκατο όροφο και να διαπραγματευτείς με το έδαφος πριν πέσεις.

Το πιο άβολο σημείο σε όλα αυτά είναι πως δεν υπάρχει ένας εύκολος ένοχος για όλα αυτά. Οι πολιτικοί, όλοι ανεξαιρέτως, πούλησαν ελπίδα σαν προϊόν μεταμεσονύχτιας τηλεόρασης. Τα media πούλησαν φόβο με μουσικές αποκάλυψης και κόκκινα γραφικά πανικού. Οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες, αντιμετώπισαν μια κοινωνία στα όριά της σαν προβληματικό Excel που έπρεπε να διορθωθεί. Και οι πολίτες ήθελαν ταυτόχρονα να γκρεμίσουν το σύστημα και να συνεχίσει το σύστημα να πληρώνει τον λογαριασμό.

Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν τελείωσε ποτέ πραγματικά με το 2015. Επειδή εκείνη τη χρονιά πολλοί πίστεψαν κάτι που ήθελαν απελπισμένα να είναι αλήθεια. Εκείνη την επικίνδυνη ιδέα ότι υπάρχει πάντα ένας εύκολος δρόμος διαφυγής, αρκεί να βρεθεί ο σωστός μεσσίας, ο σωστός θυμός, το σωστό σύνθημα. Και όταν η φαντασίωση κατέρρευσε η χώρα δεν γύρισε ποτέ ακριβώς ίδια πίσω. Το βλέπεις σήμερα παντού. Στην πολιτική κόπωση. Στον κυνισμό. Στο «όλοι ίδιοι είναι». Στη γενιά που έφυγε έξω και δεν γύρισε ποτέ. Στους ανθρώπους που σταμάτησαν να πιστεύουν πραγματικά σε οτιδήποτε.

Το πιο σκοτεινό σημείο αυτής της ιστορίας και το πιο επικίνδυνο, δεν είναι ότι η Ελλάδα έφτασε κοντά στην καταστροφή. Είναι ότι για ένα διάστημα ένα ολόκληρο έθνος πίστεψε πως η πραγματικότητα είναι κάτι που μπορείς να εκφοβίσεις.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

rodrogues