Skip to main content

Το θέατρο έχει μια παράξενη σχέση με τον χρόνο. Μπορεί να μοιάζει το πιο εφήμερο από όλα τα καλλιτεχνικά γεγονότα —ένα σώμα πάνω στη σκηνή, μια φωνή που χάνεται μόλις ανάψουν τα φώτα της εξόδου— κι όμως υπάρχουν βραδιές που μοιάζουν να κουβαλούν κάτι μεγαλύτερο από μια απλή απονομή. Κάτι σαν συνέχεια. Σαν μια αόρατη σκυτάλη που περνά από γενιά σε γενιά. Αυτό ένιωθε κανείς τη Δευτέρα το βράδυ στο Ακροπόλ Παλλάς, εκεί όπου απονεμήθηκαν τα Θεατρικά Βραβεία «Μελίνα Μερκούρη» και «Δημήτρης Χορν» για τη θεατρική περίοδο 2024-2025.

Η Έβελυν Ασουάντ και ο Βασίλης Μπούτσικος ήταν οι μεγάλοι νικητές της βραδιάς. Η Ασουάντ τιμήθηκε για την ερμηνεία της ως Κασσάνδρα στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, στη σκηνοθεσία του Θεόδωρου Τερζόπουλου στα Επιδαύρια, σε έναν ρόλο που έμοιαζε να κινείται ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και σε μια σύγχρονη αίσθηση καταστροφής που πλησιάζει αθόρυβα. Ο Μπούτσικος βραβεύτηκε για δύο εντελώς διαφορετικές ερμηνείες: το Αγόρι στον «Καταραμένο κόσμο» των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Τζούλιας Διαμαντοπούλου στο Θέατρο Τέχνης και τον Πωλητή στο «Βαδίζοντας» του Τόμας Μπέρνχαρντ στο θέατρο Δίπυλον. Δύο ρόλοι που αποκάλυψαν μια σπάνια ένταση και μια υποκριτική ευθραυστότητα που δύσκολα συναντάς σε τόσο νέους ηθοποιούς.

Η φετινή απονομή είχε όμως και έναν διαφορετικό συμβολισμό. Για πρώτη φορά στην ιστορία των δύο θεσμών, τα βραβεία απονεμήθηκαν επίσημα από το Υπουργείο Πολιτισμού, μετά τη νέα νομοθετική ρύθμιση που πέρασε πρόσφατα. Η Λίνα Μενδώνη, που πραγματοποίησε την απονομή, μίλησε για «μια νέα εποχή» των βραβείων και για τη σημασία της συνέχειας του θεσμού, επισημαίνοντας και την αύξηση του χρηματικού επάθλου από 3.000 σε 5.000 ευρώ.

Κι όμως, πίσω από την επίσημη γλώσσα της τελετής υπήρχε κάτι πολύ πιο σύνθετο μέσα στην αίθουσα. Η φετινή βραδιά είχε μια πολιτική ένταση που δύσκολα μπορούσε να αγνοήσει κανείς. Οι περισσότεροι από τους νέους ηθοποιούς που βρέθηκαν εκεί ανήκουν σε μια γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα σε κρίσεις, κινητοποιήσεις, διαμαρτυρίες για τις δραματικές σχολές και μια διαρκή αβεβαιότητα γύρω από την ίδια την επιβίωση του θεάτρου. Πολλοί πέρασαν, άμεσα ή έμμεσα, τα δικά τους μηνύματα από τη σκηνή, με έναν τρόπο που έδειχνε ότι η νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου δεν αισθάνεται ούτε αποκομμένη από την κοινωνία ούτε πρόθυμη να λειτουργήσει απλώς διακοσμητικά απέναντι στην εξουσία.

Αυτή η αντίφαση ήταν ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της βραδιάς. Από τη μία, το κράτος εμφανιζόταν ως ο φορέας που εξασφαλίζει τη συνέχεια των βραβείων και τη χρηματοδοτική τους σταθερότητα. Από την άλλη, η ίδια η ατμόσφαιρα της αίθουσας πρόδιδε μια εμφανή καχυποψία απέναντι στους θεσμούς και μια αίσθηση ότι το ελληνικό θέατρο εξακολουθεί να λειτουργεί σε μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης και στην ανάγκη ανεξαρτησίας.

Ίσως γι’ αυτό η βραδιά είχε και μια μελαγχολική υποσημείωση που δύσκολα περιγράφεται σε φωτογραφίες ή δελτία Τύπου. Άνθρωποι που έχουν ζήσει αυτές τις απονομές για χρόνια μιλούσαν χαμηλόφωνα για μια παλιά αίγλη που μοιάζει να ξεθωριάζει σιγά-σιγά. Για εκείνη τη σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση που είχαν κάποτε τα «Μερκούρη» στα στενά της Πολυγνώτου ή για τη μνήμη του ίδιου του Δημήτρη Χορν που κάποτε έμοιαζε να πλανάται πάνω από τη βραδιά σαν ζωντανή παρουσία. Σήμερα τα πράγματα μοιάζουν πιο κουρασμένα, πιο πολιτικά, πιο αγχωμένα. Ίσως και πιο αληθινά.

Αυτό πάντως που παραμένει αναλλοίωτο είναι η σημασία αυτών των βραβείων για τους νέους ηθοποιούς. Η Χρυσή Καρφίτσα της Μελίνας και ο Σταυρός του Χορν δεν λειτουργούν σαν απλά τρόπαια επιτυχίας. Μοιάζουν περισσότερο με αντικείμενα μνήμης που αλλάζουν χέρια κάθε χρόνο, υπενθυμίζοντας ότι το θέατρο είναι μια αλυσίδα ανθρώπων, σωμάτων και φωνών που συνεχίζει να μετακινείται μέσα στον χρόνο.

Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί, παρά τις αλλαγές, τις εντάσεις και την απώλεια μέρους της παλιάς λάμψης, τα συγκεκριμένα βραβεία εξακολουθούν να συγκινούν τον θεατρικό κόσμο. Επειδή για ένα βράδυ θυμίζουν πως πίσω από κάθε μεγάλη θεατρική διαδρομή υπήρξε κάποτε ένας νέος ηθοποιός που στεκόταν αμήχανα μπροστά σε μια σκηνή, προσπαθώντας να καταλάβει αν ανήκει πραγματικά εκεί.

rodrogues