Skip to main content

Όταν ο πρώην CEO της Google Έρικ Σμιντ άρχισε να μιλά για την τεχνητή νοημοσύνη μπροστά σε χιλιάδες αποφοίτους στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, το στάδιο γέμισε αποδοκιμασίες. Ορισμένοι φώναζαν ειρωνικά, άλλοι γελούσαν νευρικά, και για λίγα δευτερόλεπτα η σκηνή έμοιαζε σχεδόν παράλογη. Δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Την ίδια εβδομάδα παρόμοια σκηνή είχε ξαναγίνει σε άλλο πανεπιστήμιο. Η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου λιγότερο ως σκάνδαλο και περισσότερο ως σύμπτωμα. Ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν περισσότερο στη διαμόρφωση της ψηφιακής εποχής να προσπαθεί να πείσει μια νέα γενιά ότι η A.I. είναι το μέλλον, ενώ απέναντί του βρίσκεται ένα ακροατήριο που ακούει τη λέξη “μέλλον” και αντιδρά σαν να πρόκειται για απειλή.

Οι στιγμές αυτές δεν ήταν ένα απλό πανεπιστημιακό επεισόδιο. Ήταν μάλλον μία από τις πρώτες δημόσιες εικόνες μιας ολοένα ευρύτερης κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στην A.I. Το παράδοξο είναι ότι πρωταγωνιστές του δεν είναι άνθρωποι που μεγάλωσαν μακριά από την τεχνολογία, αλλά ακριβώς εκείνοι που γεννήθηκαν μέσα σε αυτήν. Μόνο 1 στους 5 νέους κάτω των 25 δηλώνει αισιόδοξος για την τεχνητή νοημοσύνη. Σχεδόν οι μισοί θεωρούν ότι οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από τα οφέλη. Το εύκολο σχόλιο είναι ότι οι νέοι φοβούνται την αλλαγή. Η γενιά που αποδοκίμασε τον Σμιντ είναι η ίδια που μεγάλωσε με αλγόριθμο. Που χρησιμοποιεί ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης καθημερινά. Που κατανοεί τη λογική του ψηφιακού κόσμου καλύτερα από τους γονείς της. Δεν φοβάται την τεχνολογία. Φοβάται κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ότι κάποιος έχει ήδη αποφασίσει για λογαριασμό της χωρίς να τη ρωτήσει. Και σε αυτό έχει δίκιο.

Οι σημερινοί εικοσάρηδες δεν γνώρισαν ποτέ έναν κόσμο εκτός διαδικτύου. Μεγάλωσαν βλέποντας την online ζωή να μετατρέπεται σταδιακά σε μια ατελείωτη οικονομία προσοχής, όπου τα πάντα —από τις φιλίες μέχρι τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους— περνούν μέσα από αλγόριθμους, metrics και αόρατα συστήματα αξιολόγησης. Είδαν τα social media να ξεκινούν σαν χώροι έκφρασης και να καταλήγουν μηχανισμοί εξάντλησης. Είδαν την υπόσχεση της “ευελιξίας” να μετατρέπεται σε μόνιμη επισφάλεια. Είδαν πτυχία να χάνουν σταδιακά την αξία τους, ενοίκια να γίνονται απαγορευτικά και την αγορά εργασίας να μοιάζει όλο και πιο ασταθής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε η A.I. Και αντί να αντιμετωπιστεί σαν τεχνολογικό θαύμα, άρχισε να μοιάζει περισσότερο με την επόμενη φάση ενός ήδη εξαντλητικού συστήματος. Σκεφτείτε πώς εισέβαλε η τεχνητή νοημοσύνη στην καθημερινότητα. Όχι ως πρόταση. Ως γεγονός. Εταιρείες ανακοινώνουν απολύσεις επικαλούμενες την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να εξηγούν τι αντικαθίσταται και γιατί. Ασφαλιστικές χρησιμοποιούν αλγόριθμους για να αποφασίσουν ποιες θεραπείες εγκρίνονται. Σούπερ μάρκετ ορίζουν τιμές βάσει προσωπικών δεδομένων που οι καταναλωτές δεν θυμούνται καν ότι έχουν παραχωρήσει. Και οι θέσεις στην αγορά εργασίας εξαφανίζονται πριν καν προλάβουν να στείλουν βιογραφικό. Και ο θυμός μεγαλώνει γιατί η βιομηχανία δεν αφήνει χώρο για ερώτηση. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν παρουσιάζεται ως επιλογή αλλά ως αναγκαιότητα. «Προσαρμόσου ή μείνεις πίσω». «Το μέλλον έρχεται θέλεις δεν θέλεις». Αυτή η γλώσσα δεν είναι πρόσκληση σε διάλογο. Είναι ευγενικός εκβιασμός.

Δείτε ακόμα

Η σύγκριση με άλλες χώρες είναι αποκαλυπτική. Στη Νορβηγία οι εργαζόμενοι έχουν θεσμικό λόγο στο πώς εφαρμόζεται η τεχνητή νοημοσύνη στις επιχειρήσεις. Στην Ιαπωνία η κρατική πολιτική την κατευθύνει ώστε να ενισχύει και όχι να υποκαθιστά την ανθρώπινη εργασία. Σε αυτές τις χώρες η κοινή γνώμη είναι σημαντικά πιο θετική. Όχι επειδή οι άνθρωποι εκεί είναι αισιόδοξοι από φύση, αλλά επειδή νιώθουν ότι συμμετέχουν και ότι δεν τους συμβαίνει απλώς κάτι.

Στην Ελλάδα ακόμη δεν έχουμε φτάσει σε αυτή τη συζήτηση. Εδώ το AI εισβάλλει σιωπηλά, χωρίς ρυθμιστικό πλαίσιο, χωρίς εθνικό διάλογο, χωρίς να έχει κάποιος ρωτήσει τους εργαζόμενους, τους φοιτητές, τους δημιουργούς τι θέλουν. Τα call centers κλείνουν. Τα γραφικά φτιάχνονται με prompts. Τα κείμενα «βελτιστοποιούνται» αλγοριθμικά. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια οικονομία που δεν έχει ακόμη αναρρώσει πλήρως από μια δεκαετή κρίση που κι αυτή «ήρθε από έξω» και τελικά πλήρωσαν οι ίδιοι άνθρωποι.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της αίτιο της δυσπιστίας. Αίτιο είναι ο τρόπος που διεισδύει στη ζωή μας. Η απουσία διαλόγου. Η αλαζονεία του «εμπιστευτείτε μας». Η αίσθηση ότι κάποιος έχει ήδη κερδίσει πριν εσύ καταλάβεις τι χάνεις. Τα γιουχαΐσματα στην Αριζόνα δεν ήταν κατά της τεχνολογίας. Ήταν κατά αυτής ακριβώς της λογικής. Ήταν η απάντηση μιας γενιάς που έχει δει ήδη αρκετές φορές το ίδιο σενάριο: μια «επανάσταση» που αλλάζει τον κόσμο για το καλό ενώ στην πραγματικότητα τον αλλάζει για το καλό κάποιων συγκεκριμένων. Οι νέοι δεν ζητούν να σταματήσει η τεχνητή νοημοσύνη. Ζητούν να έχουν λόγο στο πώς θα μπει στη ζωή τους. Αυτό δεν είναι φόβος. Είναι η πιο λογική αξίωση που θα μπορούσε να κάνει κάποιος.

rodrogues