Η φετινή θεατρική χρονιά ήταν για μένα γεμάτη στιγμές χαράς. Είχα την τύχη να σταθώ παίξω στον Αρχιτέκτονα της Φώφης Τρέζου σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου και να βρεθώ, σχεδόν ταυτόχρονα, πίσω από αυτήν, σκηνοθετώντας το έργο του Ρομπέρτο Ατάιντε «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες, που όμως συνομιλούν μέσα μου με έναν περίεργο τρόπο: η μία μου θύμισε τι σημαίνει να εμπιστεύεσαι, η άλλη τι σημαίνει να κουβαλάς ευθύνη για το σύνολο. Στον Αρχιτέκτονα θυμήθηκα κάτι που καμιά φορά ξεχνάμε μέσα στην κούραση, στις ματαιώσεις, στις μικρές εξουσίες του χώρου μας: ότι το θέατρο μπορεί να είναι χαρά. Όχι η επιφανειακή χαρά της επιτυχίας ή της επιβεβαίωσης. Η βαθύτερη. Εκείνη που γεννιέται όταν οι άνθρωποι συνεργάζονται υγιώς. Όταν δεν χρειάζεται να αμυνθείς. Όταν μπορείς να εκτεθείς χωρίς φόβο. Όταν οι διαφωνίες δεν γίνονται πόλεμος και η αγάπη για το έργο είναι μεγαλύτερη από το εγώ του καθενός. Τελικά, ίσως η μεγαλύτερη πολυτέλεια στο θέατρο να μην είναι ούτε τα χρήματα ούτε οι μεγάλες παραγωγές. Ίσως να είναι οι άνθρωποι που σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής για να ρισκάρεις.

Η Δεσποινίς Μαργαρίτα από την άλλη, υπήρξε ένα μεγάλο προσωπικό στοίχημα. Η πρώτη μου σκηνοθεσία. Ένα έργο που τόλμησα να το «σπάσω» σε επτά πρόσωπα, να το δω αλλιώς, να αναμετρηθώ με δικές μου αγωνίες και σκέψεις για την εξουσία, την παιδαγωγική, τη βία, την ευθύνη. Και ίσως το πιο συγκινητικό στοιχείο αυτής της διαδρομής ήταν ότι τη μοιράστηκα με ανθρώπους που υπήρξαν μαθητές μου. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, το μεγαλύτερο δώρο υπήρξε η επαφή με το κοινό. Οι άνθρωποι που αφιέρωσαν χρόνο, χρήμα και κυρίως παρουσία για να έρθουν στο θέατρο. Που μετά την παράσταση περίμεναν να μιλήσουν, να μοιραστούν μια σκέψη, μια συγκίνηση, μια διαφωνία. Σε μια εποχή υπερπροσφοράς και διάσπασης προσοχής, το γεγονός ότι κάποιος επιλέγει να καθίσει για μία ή δύο ώρες απέναντί σου είναι μια πράξη εμπιστοσύνης που δεν τη θεωρώ ποτέ δεδομένη.
Δεν μπορώ όμως να μη σκεφτώ και κάτι ακόμη. Τη δυσκολία του σημερινού θεατρικού τοπίου. Ζούμε μια εποχή με πληθώρα παραστάσεων, ίσως περισσότερες από ποτέ. Αυτό είναι από τη μία συγκινητικό, γιατί αποδεικνύει ότι το θέατρο επιμένει να αναπνέει. Από την άλλη, δημιουργεί μια πραγματικότητα εξαιρετικά δύσκολη: κριτικοί, άνθρωποι του χώρου, δημοσιογράφοι, κοινό ακόμη και συνάδελφοι, πρακτικά δεν προλαβαίνουν να δουν τα πάντα. Αισθάνομαι για αυτό μια μικρή θλίψη και μια αίσθηση ματαιότητας. Συνεχώς πρέπει να παλεύω με πολύ κόπο για να μη χαθώ μέσα στον θόρυβο. Παρόλα αυτά, φεύγω από αυτή τη χρονιά με ευγνωμοσύνη. Για τις συναντήσεις. Για τις δυσκολίες. Για τα λάθη. Για τη χαρά της δημιουργίας. Για την υπενθύμιση ότι το θέατρο, όταν γίνεται με αγάπη, επιμονή και αλήθεια, εξακολουθεί να φτιάχνει μικρές κοινότητες ανθρώπων που συν-κινούνται.






